Από τη σουμάδα του 1364 στο Orange Americano του 2026. Εξακόσια εξήντα δύο χρόνια δρόμος για να φτάσουμε από το αμύγδαλο, τον κυπριακό καφέ και τον «φρέσκο» σε δύο πράγματα που ο Κυπραίος ήθελε πάντα χωριστα…μέχρι που ο κόσμος τα έβαλε στο ίδιο ποτήρι.

Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη*

Φρέσκο χυμό πορτοκαλιού με εσπρέσο; Είσαι καλά; Αν το έλεγες αυτό πριν από τριάντα χρόνια σε ένα κυπριακό καφενείο, το πιθανότερο ήταν να μη σου απαντούσε καν ο καφετζής. Θα σε κοίταζε. Και μερικές φορές στην Κύπρο εκείνο το κοίταγμα ήταν ολόκληρη γνωμάτευση. Διότι υπήρχε τάξη στα πράγματα. Ο καφές ήταν καφές, ο φρέσκος πορτοκάλι ήταν φρέσκος πορτοκάλι, η σουμάδα ήταν σουμάδα και το νερό ερχόταν δίπλα, για να ξέρουμε πού βρισκόμαστε. Κανένας δεν είχε λόγο να τα βάλει όλα μέσα στο ίδιο ποτήρι και, κυρίως, κανένας δεν είχε σκεφτεί ακόμη να τους δώσει αγγλικό όνομα και να τα χρεώσει €5,50.

Κι όμως, το 2026 ο espresso με χυμό πορτοκάλι είναι μέρος μιας διεθνούς coffee culture. Orange Espresso, Orange Americano, Freshpresso, Bumble Coffee. Οι ονομασίες και οι συνταγές αλλάζουν, αλλά η «ιεροσυλία» παραμένει περίπου η ίδια: πάγος, πορτοκάλι και espresso. Για να καταλάβουμε όμως πόσο παλιά είναι η κυπριακή σχέση με ροφήματα που κάποτε θα φαίνονταν παράξενα σε έναν ξένο, πρέπει να γυρίσουμε όχι στο 1996 ούτε στο 1966, αλλά στο 1364.

Εκείνη τη χρονιά, στο περίφημο Συνέδριο της Κρακοβίας, ο βασιλιάς Πέτρος Α΄ της Κύπρου πρόσφερε στον βασιλιά Καζίμιρ Γ΄ της Πολωνίας, μεταξύ άλλων εκλεκτών προϊόντων, σουμάδα. Η παράδοση του ποτού στην Κύπρο θεωρείται ακόμη παλαιότερη και συνδέεται με τη ρωμαϊκή περίοδο. Η σουμάδα ήταν το γλυκό αμυγδαλόπομα: αμύγδαλο που επεξεργαζόταν, γινόταν συμπυκνωμένο σιρόπι και αραιωνόταν με νερό. Ένα λευκό, αρωματικό ποτό αιώνες πριν εμφανιστούν τα cartons, τα coffee chains και οι baristas.

Και η σουμάδα δεν εξαφανίστηκε μαζί με τους Λουζινιανούς. Στα κυπριακά καφενεία του 19ου και του 20ού αιώνα, δίπλα στον καφέ βρίσκουμε σουμάδα, λεμονάδα και λουκούμι. Το καφενείο δεν ήταν άλλωστε μόνο χώρος για καφέ. Ήταν αναψυκτήριο, πρακτορείο ειδήσεων, τόπος συναλλαγών, χώρος πολιτικής αντιπαράθεσης και το Facebook του χωριού, μόνο που αν έγραφες βλακεία δεν σου έβαζαν θυμωμένο emoji. Σου την έλεγαν απέναντί σου.

Μετά άλλαξε ο αιώνας και άλλαξαν τα ποτήρια. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 τα αναψυκτικά και οι εμφιαλωμένοι χυμοί κέρδισαν περισσότερο χώρο στο τραπέζι. Ο φραπέ, που γεννήθηκε σχεδόν κατά λάθος στη Θεσσαλονίκη το 1957, έγινε σταδιακά αναπόσπαστο κομμάτι της καλοκαιρινής ζωής στην Ελλάδα και την Κύπρο. Αργότερα ήρθαν cappuccino, freddo, latte, smoothies, cold brew και matcha, μέχρι που φτάσαμε σε μια εποχή όπου για να παραγγείλεις έναν καφέ χρειάζεσαι περισσότερες λέξεις απ’ όσες χρειαζόταν ο παππούς μας για να αγοράσει χωράφι.

Κάπου στις αρχές του 21ου αιώνα κάποιος έκανε αυτό που ο Κυπραίος δεν είχε διανοηθεί: έριξε τον καφέ μέσα στον χυμό. Το Bumble Coffee συνδέεται ιδιαίτερα με τη Ρωσία και τον μετασοβιετικό χώρο στις αρχές της δεκαετίας του 2000, με espresso, χυμό πορτοκάλι, πάγο και, σε ορισμένες εκδοχές, caramel syrup. Το αποτέλεσμα, με τις σκούρες και πορτοκαλί στρώσεις του, θύμιζε τα χρώματα της μέλισσας και από εκεί συνδέθηκε και με την ονομασία «Bumble». Με τα χρόνια ο συνδυασμός πέρασε σε specialty coffee shops και social media και απέκτησε διάφορες παραλλαγές και ονόματα.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικά κυπριακό μέρος της ιστορίας, γιατί εμείς είχαμε ήδη σχεδόν εφεύρει το Orange Americano. Πόσα πρωινά των δεκαετιών του 1970, του 1980, του 1990 και του 2000 δεν ξεκίνησαν στην Κύπρο με μια από τις απλούστερες παραγγελίες της νεότερης κοινωνικής μας ιστορίας; «Έναν καφέ τζιαι έναν φρέσκο χυμό». Ο ένας αριστερά, ο άλλος δεξιά, κάποια εκατοστά απόσταση. Είχαμε τον καφέ, είχαμε τα πορτοκάλια, είχαμε τον πάγο, είχαμε το ποτήρι. Μας έλειπε απλώς η τρέλα να αδειάσουμε το ένα μέσα στο άλλο.

Σήμερα η συνταγή είναι τόσο απλή, που σχεδόν προσβάλλει έναν αιώνα κυπριακών πρωινών. Πάγος σε ψηλό ποτήρι, περίπου 100–120 ml φρέσκος χυμός πορτοκαλιού και από πάνω, αργά, ένας διπλός espresso. Ο χυμός δίνει γλυκύτητα και οξύτητα, ο καφές πικράδα και άρωμα και, αν ο espresso πέσει προσεκτικά, δημιουργούνται οι χαρακτηριστικές πορτοκαλί και σκούρες στρώσεις. Κάπου εκεί παρεμβαίνει και ο 21ος αιώνας με τη σημαντικότερη ίσως απαίτησή του: δεν αρκεί πλέον κάτι να πίνεται, πρέπει να βγαίνει και ωραίο στο Instagram.

Πίσω όμως από τον χαβαλέ υπάρχει μια μικρή ιστορία συλλογικής μνήμης. Οι γεύσεις δεν αλλάζουν μόνο επειδή ανακαλύπτουμε καινούργια υλικά. Αλλάζουν επειδή κάποια στιγμή μια κοινωνία επιτρέπει σε δύο παλιά υλικά να συναντηθούν με τρόπο που προηγουμένως της φαινόταν αδιανόητος. Το 1364 ένας Κύπριος βασιλιάς (ναι τότε είχαμε και βασιλιάδες όχι μόνο πρίγκιπες) πήγαινε σουμάδα στην Κρακοβία ως εκλεκτό κυπριακό προϊόν. Τον 19ο αιώνα ο Κύπριος την έπινε στο καφενείο. Τον 20ό αιώνα έβαλε στο ίδιο τραπέζι τον καφέ και τον φρέσκο πορτοκάλι. Στις αρχές του 21ου αιώνα ο διεθνής κόσμος του καφέ άρχισε να τα βάζει στο ίδιο ποτήρι. Και το 2026 εμείς ακόμη δικαιούμαστε, τουλάχιστον την πρώτη φορά που το ακούμε, να ρωτήσουμε: «Φρέσκο χυμό πορτοκαλιού με εσπρέσο; Είσαι καλά;»

Δοκιμάστε το πριν απαντήσετε. Στη χειρότερη περίπτωση θα έχετε χαλάσει έναν καφέ κι έναν φρέσκο. Στην καλύτερη, θα καταλάβετε ότι χρειάστηκαν 662 χρόνια από τη σουμάδα της Κρακοβίας μέχρι το Orange Americano του 2026 για να ανακαλύψουμε κάτι βαθιά κυπριακό: μερικές φορές δεν χρειάζεται να αλλάξεις τα υλικά. Αρκεί να αλλάξεις ποτήρι.

Πηγές: CVAR – Severis Foundation / Cyprus Food Museum / Visit Cyprus / Dembinska & Weaver, Food and Drink in Medieval Poland / σύγχρονες καταγραφές για Orange Espresso και Bumble Coffee

* Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης που αναζητά στις γεύσεις, στις συνήθειες και στα καθημερινά τεκμήρια του παρελθόντος τις μικρές ιστορίες που εξηγούν πώς φτάσαμε από τη σουμάδα του χθες στο Orange Americano του σήμερα.