Ἀπὸ τὸ φιλολογικὸν περιοδικὸν τοῦ 1876 εἰς τὴν οἰκογένειαν Κύρου μία διαδρομὴ γραμμάτων καὶ δημοσιογραφίας, μὲ ἀφετηρίαν καὶ τὴν Λευκωσίαν.
Τοῦ Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη
Νέος ἐκ Λευκωσίας μετέβη εἰς Ἀθήνας, ἵνα σπουδάσῃ τὴν νομικὴν ἐπιστήμην. Ἡ δημοσιογραφία, ὅμως, τὸν ἐκέρδισε. Ὁ Ἄδωνις Κύρου ἔμελλε νὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του μὲ τὴν «Ἑστίαν» καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν οἰκογένειάν του μέρος τῆς ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ Τύπου. Ὄπισθεν τοῦ γνωστοῦ ἀθηναϊκοῦ τίτλου εὑρίσκεται, οὕτω, καὶ μία κυπριακὴ διαδρομή.
Ἡ ἀρχὴ ἐγένετο τὸ 1876. Ἡ «Ἑστία» ἐξεδόθη εἰς τὰς Ἀθήνας ὡς ἑβδομαδιαῖον περιοδικόν, προοριζόμενον διὰ τὴν οἰκογενειακὴν ἀνάγνωσιν. Τὸ ὄνομά της παρέπεμπεν εἰς τὴν προστάτιδα τῆς οἰκιακῆς πυρᾶς· καὶ αἱ σελίδες της ἐφιλοδόξουν νὰ συγκεντρώσουν πέριξ τῶν γραμμάτων τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ. Διηγήματα, ἱστορικὰ ἀναγνώσματα καὶ φιλολογικὰ μελετήματα ἔφερον εἰς τὸν οἰκιακὸν χῶρον τὴν πνευματικὴν κίνησιν τῆς ἐποχῆς.
Τὸ περιοδικὸν ἀπέκτησε θέσιν ἰδιαιτέραν εἰς τὰ νεοελληνικὰ γράμματα. Ἐφιλοξένησε συνεργασίας παλαιοτέρων λογίων καὶ ἔδωσε βῆμα εἰς νεωτέρους συγγραφεῖς, συντελοῦν εἰς τὴν ἀνάδειξιν τῆς λογοτεχνικῆς γενεᾶς τοῦ 1880. Εἰς τὰς σελίδας του ἐδημοσιεύθησαν διηγήματα τοῦ Βιζυηνοῦ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐνεφανίσθησαν ὁ Παλαμᾶς, ὁ Καρκαβίτσας καὶ ὁ Ξενόπουλος. Ἐκεῖ ἐπρωτοδημοσιεύθη καὶ ὁ «Λουκῆς Λάρας» τοῦ Δημητρίου Βικέλα.
Τὸ 1894 ὁ Γεώργιος Δροσίνης προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς καθημερινῆς ἀπογευματινῆς ἐφημερίδος «Ἑστία». Ὁ τίτλος εἰσήρχετο πλέον εἰς τὴν καθημερινὴν δημόσιαν συζήτησιν. Πλησίον τῶν γραμμάτων ἐλάμβανον θέσιν ἡ πολιτική, ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ καὶ αἱ εἰδήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπησχόλουν τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὴν χώραν.
Εἰς τὸ φύλλον αὐτὸ εὗρε τὸν δρόμον του ὁ Ἄδωνις Κύρου. Γεννηθεὶς ἐν Λευκωσίᾳ τὸ 1872, ἦτο υἱὸς τοῦ Κύρου Ἰωαννίδη, ἐμπόρου καταγομένου ἐκ Γιαλούσης τῆς Καρπασίας. Κατὰ τὴν παραμονήν του εἰς Ἀθήνας ἐμαθήτευσε πλησίον τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη καὶ ἀφωσιώθη εἰς τὴν δημοσιογραφίαν. Μὲ τὴν «Ἑστίαν» συνεδέθη ἀρχικῶς ὡς συντάκτης καὶ ἀκολούθως ὡς διευθυντὴς καὶ ἐκδότης.
Μετὰ τὸν θάνατόν του, τὸ 1918, τὸ ἔργον συνέχισαν οἱ υἱοί του, Ἀχιλλεὺς καὶ Κύρος. Ἡ οἰκογενειακὴ αὕτη διαδοχὴ ἐστερέωσε τὸν δεσμὸν τοῦ φύλλου μὲ τὴν Κύπρον. Τὸ Κυπριακὸν κατεῖχε σταθερὰν θέσιν εἰς τὴν ἀρθρογραφίαν του, ἡ ὁποία πολλάκις ἤσκει αὐστηρὰν κριτικὴν εἰς τοὺς πολιτικοὺς χειρισμοὺς Ἀθηνῶν καὶ Λευκωσίας.
Ἡ σημασία τῆς διαδρομῆς ταύτης γίνεται πληρεστέρα, ὅταν ὁ ἀναγνώστης ἀνοίξῃ ἕνα παλαιὸν φύλλον. Ἐκεῖ εὑρίσκει τὴν ἐποχὴν πρὶν αὕτη καταστῇ κεφάλαιον ἱστορικοῦ συγγράμματος. Οἱ ἄνθρωποι ἀγωνιοῦν διὰ τὴν ἔκβασιν γεγονότων, τὴν ὁποίαν ἐμεῖς ἤδη γνωρίζομεν. Ἐλπίζουν, διαφωνοῦν, προειδοποιοῦν. Μία μικρὰ εἴδησις, μία ἀγγελία, ἕνα σχόλιον διασώζουν τὸ μέτρον τῆς καθημερινῆς των ζωῆς.
Τὸ χαρτί, προωρισμένον νὰ ζήσῃ μίαν ἡμέραν, δύναται νὰ διαφυλάξῃ μίαν ὁλόκληρον ἐποχήν.
Ἑκατὸν πεντήκοντα ἔτη μετὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τοῦ τίτλου, ὁ νοῦς ἐπιστρέφει καὶ εἰς ἐκεῖνον τὸν νέον τῆς Λευκωσίας. Ἀνεχώρησε διὰ νὰ σπουδάσῃ τοὺς νόμους καὶ ἀφιέρωσε τὸν βίον του εἰς τὸν Τύπον. Μαζὶ μὲ τὸ ὄνομά του, ἕνα μέρος τῆς Κύπρου ἐρρίζωσεν εἰς τὴν δημοσιογραφικὴν ζωὴν τῶν Ἀθηνῶν._1792431329.png)


Πηγαί: Πανεπιστήμιον Πατρῶν, ψηφιακὴ συλλογὴ «Πλειάς», «Ἑστία» / Μεγάλη Κυπριακὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, λῆμμα «Κύρου οἰκογένεια».
Ὁ Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης εἶναι ἱστοριοδίφης καὶ ἐρευνητὴς τῆς συλλογικῆς μνήμης. Ἀναζητεῖ εἰς τὰ παλαιὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων τὰ τεκμήρια ποὺ δίδουν ὀνόματα καὶ χρονολογίας εἰς τοὺς ψιθύρους τῆς Ἱστορίας.



