Από τα σπίτια όπου ζέσταιναν τα αυγά του μεταξοσκώληκα μέχρι τα ευρωπαϊκά κέντρα μεταξουργίας, μια διαδρομή φροντίδας, εμπορίου και χαμένης αξίας για τους παραγωγούς του νησιού.

Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη

Κάποτε, στην Κύπρο, έπαιρναν τα αυγά του μεταξοσκώληκα μαζί τους στο κρεβάτι. Τα τύλιγαν σε ύφασμα και τα ζέσταιναν εκεί ή πάνω στο σώμα τους για να εκκολαφθούν. Την πρακτική καταγράφει ο William Bevan, διευθυντής Γεωργίας της Κύπρου, στο βιβλίο του «Notes on Agriculture in Cyprus and Its Products», που εκδόθηκε το 1919.

Πριν γίνει κλωστή και ύφασμα, το μετάξι άρχιζε με τη ζεστασιά του ανθρώπου. Η εκτροφή απαιτούσε φροντίδα, χρόνο και συνεχή ενασχόληση. Το μικρό κουκούλι που προέκυπτε έκλεινε μέσα του τον κόπο της οικογένειας, αλλά και την προσδοκία ενός εισοδήματος. Έπειτα μπορούσε να ακολουθήσει έναν δρόμο πολύ μακρύτερο από εκείνον που θα ταξίδευαν ποτέ οι άνθρωποι που το είχαν φροντίσει.

Σύμφωνα με τον Bevan, το μεγαλύτερο μέρος των κυπριακών κουκουλιών εξαγόταν ανεπεξέργαστο, κυρίως στη Λυών και στο Μιλάνο. Η παραγωγή του νησιού τροφοδοτούσε έτσι δύο μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα του μεταξιού. Εκεί, στη Γαλλία και στην Ιταλία, γινόταν το ξετύλιγμα των κουκουλιών και η παραλαβή της μεταξωτής κλωστής. Μεγάλο μέρος του μεταξιού, σημείωνε ο ίδιος, πωλούνταν στη συνέχεια στην Αγγλία.

Η διαδρομή συνέδεε την κυπριακή ύπαιθρο με εργαστήρια, εμπορικά δίκτυα και αγορές του εξωτερικού. Το κουκούλι έφευγε από το νησί ως πρώτη ύλη και περνούσε σε χέρια που διέθεταν τα μέσα να το επεξεργαστούν και να το διαθέσουν παραπέρα. Η Κύπρος βρισκόταν στην αφετηρία αυτής της αλυσίδας, ενώ σημαντικά επόμενα στάδιά της πραγματοποιούνταν αλλού.

Για τον παραγωγό, όμως, η απόσταση είχε κόστος. Ο Bevan επισήμαινε ότι τα μεταφορικά επιβάρυναν τους Κυπρίους και ότι οι τιμές που εισέπρατταν ήταν χαμηλές. Το γεγονός ότι ένα κυπριακό προϊόν έφθανε σε σημαντικές ευρωπαϊκές αγορές δεν σήμαινε αυτομάτως ότι εξασφάλιζε ανάλογο όφελος σε εκείνον που το παρήγε. Ανάμεσα στην εκτροφή και στην τελική πώληση μεσολαβούσαν έξοδα, επεξεργασία και εμπόριο.

Επεξεργασία γινόταν και στην Κύπρο, αλλά με περιορισμένα μέσα. Ο συγγραφέας περιέγραφε τη χρήση πρωτόγονου ξύλινου εξοπλισμού και ζεστού νερού, επισημαίνοντας απώλειες που έφθαναν το 20–25% του μεταξιού. Ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής χανόταν επομένως κατά την προσπάθεια να μετατραπεί το κουκούλι σε αξιοποιήσιμη κλωστή.

Εδώ βρισκόταν και το πρακτικό πρόβλημα που τον απασχολούσε. Η εξαγωγή των κουκουλιών άφηνε την επεξεργασία στο εξωτερικό. Η τοπική επεξεργασία, όπως γινόταν τότε, σπαταλούσε πολύτιμο υλικό. Ο παραγωγός βρισκόταν ανάμεσα στο κόστος της απόστασης και στις αδυναμίες του διαθέσιμου εξοπλισμού.

Η πρόταση του Bevan ήταν συγκεκριμένη: σύγχρονα μέσα επεξεργασίας στο νησί και εξασφάλιση απευθείας αγοράς για το μετάξι που θα παραγόταν εδώ. Η βελτίωση της εκτροφής από μόνη της δεν αρκούσε. Χρειαζόταν να διασωθεί περισσότερη κλωστή από κάθε κουκούλι και να μπορεί το επεξεργασμένο προϊόν να βρει τον αγοραστή του.

Οι παρατηρήσεις αυτές δίνουν διαφορετικό βάθος σε μια φαινομενικά απλή πληροφορία περί εξαγωγών. Πίσω από τις λέξεις «Λυών» και «Μιλάνο» υπήρχε μια ολόκληρη διαδρομή μεταποίησης. Το κυπριακό κουκούλι είχε θέση σε αυτήν, αλλά ο τόπος που το παρήγε δεν διέθετε ακόμη επαρκή μέσα για να αξιοποιήσει μεγαλύτερο μέρος της αξίας του.

Παράλληλα, η καταγραφή του 1919 διασώζει δύο κλίμακες της ίδιας ιστορίας. Από τη μια, το σώμα που ζέσταινε τα αυγά του μεταξοσκώληκα μέσα στο σπίτι. Από την άλλη, το εμπόρευμα που κατευθυνόταν προς τη Γαλλία και την Ιταλία και το μετάξι που συνέχιζε προς την αγγλική αγορά. Η οικιακή φροντίδα και το διεθνές εμπόριο συναντιούνταν μέσα σε ένα κουκούλι.

Σήμερα, όταν σκεφτόμαστε το κυπριακό μετάξι, ο νους πηγαίνει εύκολα στην παραδοσιακή υφαντική και στα υφάσματα που διασώθηκαν. Η μαρτυρία του Bevan μάς καλεί να κοιτάξουμε και όσα έφευγαν: τα κουκούλια που εγκατέλειπαν το νησί προτού γίνουν κλωστή, μεταφέροντας μαζί τους ώρες δουλειάς και την ελπίδα μιας καλύτερης τιμής.

Κάπου στη Λυών ή στο Μιλάνο, ένα κυπριακό κουκούλι ξετυλιγόταν. Η κλωστή του συνέχιζε το ταξίδι της. Η φροντίδα από την οποία είχε αρχίσει έμενε πίσω, σε ένα σπίτι της Κύπρου.






Πηγές: William Bevan, «Notes on Agriculture in Cyprus and Its Products», 1919, ενότητα «Silk», σ. 85–90.

Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης. Αναζητεί στα τεκμήρια τις διαδρομές του κυπριακού μεταξιού και τον ανθρώπινο κόπο πίσω από την πολύτιμη κλωστή.