Η Θάτσερ υπερασπιζόταν στα Φόκλαντ όσα το Λονδίνο έθετε υπό όρους στην Κύπρο. Ο Τορναρίτης έβλεπε στην αυτοκυβέρνηση μια αφετηρία· η Σιγκαπούρη αξιοποίησε τη δική της. Εμείς τι απορρίψαμε και τι δεχθήκαμε μετά;

Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη

«Η ουσία της δημοκρατίας είναι η αυτοδιάθεση». Η Μάργκαρετ Θάτσερ το είπε στις 29 Σεπτεμβρίου 1983, σε συνέντευξη στο CBS στην Ουάσιγκτον. Όταν η Νταϊάν Σόγιερ τη ρώτησε για διαπραγματεύσεις με την Αργεντινή σχετικά με την κυριαρχία των Φόκλαντ, απάντησε κατηγορηματικά: οι κάτοικοι ήθελαν να παραμείνουν Βρετανοί και δεν υπήρχε κυριαρχία προς διαπραγμάτευση. Για τον Κύπριο αναγνώστη, αυτή η βεβαιότητα έχει ιστορικό ενδιαφέρον. Στην Κύπρο της δεκαετίας του 1950, το Λονδίνο αντιμετώπιζε την ίδια αρχή ως ζήτημα που μπορούσε να περιμένει.

Στις 19 Δεκεμβρίου 1956, με τον αγώνα της ΕΟΚΑ σε εξέλιξη και τον Μακάριο εξόριστο στις Σεϋχέλλες, η βρετανική κυβέρνηση παρουσίασε τις συνταγματικές προτάσεις του λόρδου Ράντκλιφ. Προέβλεπαν εσωτερική αυτοκυβέρνηση υπό βρετανική κυριαρχία: νομοθετική συνέλευση με 24 έδρες εκλεγμένες από τον μη τουρκοκυπριακό εκλογικό κατάλογο, έξι από τον τουρκοκυπριακό και έξι διορισμένες από τον κυβερνήτη. Θα υπήρχε υπουργικό συμβούλιο με αρχιυπουργό, υπεύθυνο απέναντι στη συνέλευση. Η άμυνα, οι εξωτερικές υποθέσεις και η δημόσια ασφάλεια παρέμεναν στον κυβερνήτη. Ήταν ουσιαστική παραχώρηση διοικητικής εξουσίας, χωρίς παράδοση της κυριαρχίας.

Η αυτοδιάθεση μεταφερόταν στο μέλλον. Θα εξεταζόταν όταν το επέτρεπαν οι διεθνείς και στρατηγικές συνθήκες και εφόσον η αυτοκυβέρνηση λειτουργούσε ικανοποιητικά. Την κρίση για αυτές τις προϋποθέσεις κρατούσε το Λονδίνο. Επιπλέον, ο υπουργός Αποικιών Άλαν Λένοξ-Μπόιντ δήλωσε ότι η μελλοντική εφαρμογή της αυτοδιάθεσης έπρεπε να περιλαμβάνει τη διχοτόμηση στις ενδεχόμενες επιλογές, με χωριστή δυνατότητα επιλογής των δύο κοινοτήτων. Η πρόταση συνοδευόταν, επομένως, από μια σοβαρή αβεβαιότητα για την ενότητα του νησιού. Η ελληνική κυβέρνηση την απέρριψε την ίδια ημέρα και το σχέδιο δεν έγινε αποδεκτή συνταγματική διευθέτηση.

Σε αυτή την ιστορία υπάρχει ένας Κύπριος που έβλεπε διαφορετικά τη δυνατότητα της αυτοκυβέρνησης: ο Κρίτων Τορναρίτης. Είχε διοριστεί γενικός εισαγγελέας το 1952 και κατά την περίοδο του αγώνα εργάστηκε με απόσπαση στο βρετανικό υπουργείο Αποικιών ως νομικός σύμβουλος. Η υπηρεσία του στον αποικιακό μηχανισμό είχε προκαλέσει έντονη κριτική. Του έδινε, όμως, γνώση και πρόσβαση στις διαδικασίες μέσα από τις οποίες διαμορφώνονταν οι βρετανικές προτάσεις.

Τον Δεκέμβριο του 1956 ο Τορναρίτης επισκέφθηκε τον Μακάριο στις Σεϋχέλλες μαζί με τον γραμματέα του Ράντκλιφ, Πήαρσον. Η αποστολή επιβεβαιώνεται στα πρακτικά της βρετανικής Βουλής τον Ιανουάριο του 1957: παρέδωσαν ελληνική μετάφραση της έκθεσης και ήταν διαθέσιμοι να εξηγήσουν όσα σημεία ζητούσε ο Αρχιεπίσκοπος. Επισήμως, επρόκειτο για ενημέρωση και διευκρινίσεις, χωρίς εξουσιοδότηση διαπραγμάτευσης νέων όρων. Η βρετανική κυβέρνηση έστελνε ανθρώπους να εξηγήσουν ένα σύνταγμα στον ηγέτη που η ίδια κρατούσε στην εξορία. Αυτή ήταν η συνθήκη μέσα στην οποία ζητούσε να αξιολογηθεί η προσφορά της.

Σύμφωνα με την παρουσίαση της βιογραφίας του από τον Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, ο Τορναρίτης θεωρούσε τον Ράντκλιφ ευκαιρία για εξελικτική μετάβαση προς ανεξάρτητο κυπριακό κράτος. Η εκτίμησή του είχε συγκεκριμένη λογική: η ανάληψη εσωτερικής διακυβέρνησης μπορούσε να δημιουργήσει θεσμούς και δυνατότητες για το επόμενο βήμα. Στις πηγές που εξετάστηκαν δεν εντοπίστηκε αυτοτελής, υπογεγραμμένη γνωμάτευση υπέρ της αποδοχής. Τεκμηριώνονται η αποστολή, η συζήτηση με τον Μακάριο και, μέσα από τη βιογραφική παρουσίαση, η ευνοϊκή του αξιολόγηση. Αυτά αρκούν για να συμπεριλάβουμε τη θέση του στην ιστορία· δεν δικαιολογούν να του αποδώσουμε ένα έγγραφο που δεν έχουμε.

Την ίδια περίοδο, η Σιγκαπούρη διαπραγματευόταν τη δική της έξοδο από την αποικιοκρατία. Η πρώτη αποστολή στο Λονδίνο, υπό τον Ντέιβιντ Μάρσαλ το 1956, απέτυχε λόγω της διαφωνίας για την εσωτερική ασφάλεια. Οι επόμενες, υπό τον Λιμ Γιου Χοκ το 1957 και το 1958, πέτυχαν συμφωνία. Το 1959 η Σιγκαπούρη απέκτησε εσωτερική αυτοκυβέρνηση, πλήρως εκλεγμένη συνέλευση 51 μελών και δική της κυβέρνηση. Οι Βρετανοί διατηρούσαν αρμοδιότητες στην άμυνα και στις εξωτερικές σχέσεις, ενώ η εσωτερική ασφάλεια υπαγόταν σε ειδικό συμβούλιο.

Η Σιγκαπούρη αποδέχθηκε αυτό το ενδιάμεσο καθεστώς και συνέχισε την πολιτική της πορεία. Το 1963 εντάχθηκε στη Μαλαισία. Στις 9 Αυγούστου 1965, ύστερα από βαθιές πολιτικές και οικονομικές διαφορές, αποχωρίστηκε από την ομοσπονδία και έγινε ανεξάρτητο κράτος. Η αυτοκυβέρνηση είχε αποδειχθεί στάδιο μιας διαδρομής που κανένας δεν μπορούσε να προδιαγράψει πλήρως.

Στην Κύπρο ακολούθησε το διαφορετικό σχέδιο Μακμίλαν του 1958, με συμμετοχή Ελλάδας και Τουρκίας, κοινοτική αυτονομία και επταετή διατήρηση του διεθνούς καθεστώτος. Η κατάληξη ήρθε με τις συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου και την ανεξαρτησία του 1960. Ο Τορναρίτης συμμετείχε ως νομικός σύμβουλος στην κατάρτιση του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Ο άνθρωπος που είχε δει δυνατότητα εξέλιξης στον Ράντκλιφ κλήθηκε να εργαστεί μέσα στο πλαίσιο της τελικής διευθέτησης.

Σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε την 1η Οκτωβρίου 1990, ανέφερε ότι είχε επισημάνει το αμετάβλητο των θεμελιωδών συνταγματικών διατάξεων, τη διαιώνιση του κοινοτικού χωρισμού και τα αδιέξοδα των χωριστών πλειοψηφιών. Είναι η μεταγενέστερη μαρτυρία του για τις τότε προειδοποιήσεις του. Παραδέχθηκε επίσης την ελπίδα ότι ο χρόνος και η συνεννόηση των κοινοτήτων θα αντιμετώπιζαν τα προβλήματα χωρίς ξένες επεμβάσεις. Η ελπίδα είχε αναλάβει μέρος της δουλειάς που οι θεσμοί άφηναν εκκρεμές.

Η σύγκριση με τη Σιγκαπούρη δεν αποδεικνύει ότι χάσαμε ένα εγγυημένο μέλλον ευημερίας. Οι προτάσεις, οι κοινωνίες και οι γεωπολιτικές συνθήκες διέφεραν. Επιτρέπει, όμως, να εξετάσουμε χωρίς φόβο αν η απόκτηση ενδιάμεσης εξουσίας μπορούσε να αξιοποιηθεί ως βάση περαιτέρω διεκδίκησης. Η θέση του Τορναρίτη δείχνει ότι αυτό το ενδεχόμενο είχε αναγνωριστεί και από Κύπριο νομικό της εποχής.

Η Θάτσερ, από την άλλη, φωτίζει τη βρετανική πλευρά της σύγκρισης. Στα Φόκλαντ η επιθυμία των κατοίκων παρουσιαζόταν ως καθοριστική. Στην Κύπρο η αυτοδιάθεση εξαρτιόταν από στρατηγικές προϋποθέσεις και συνοδευόταν από το ενδεχόμενο διχοτόμησης. Οι περιπτώσεις ήταν διαφορετικές· η απόσταση ανάμεσα στις δύο εφαρμογές της αρχής παραμένει άξια εξέτασης.

Το Παλαιολόγιο εδώ δεν ζητεί να ξαναγραφτεί το παρελθόν με τη γνώση του τέλους. Ζητεί να διαβαστούν οι επιλογές όπως υπήρχαν τότε, μαζί με τις συμβουλές που ακούστηκαν και τους κινδύνους που αναγνωρίστηκαν. Ο Τορναρίτης έβλεπε έναν πιθανό δρόμο. Η Σιγκαπούρη ακολούθησε τον δικό της. Η Κύπρος κατέληξε σε άλλη διευθέτηση. Το ερώτημα που μένει είναι αυστηρό: όταν απορρίπτεις ένα περιορισμένο βήμα, πόσο βέβαιος είσαι ότι το επόμενο θα σου δώσει περισσότερη ελευθερία;

Τελικά, εάν άκουγαν τότε τον Τορναρίτη, σήμερα τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα..

Πηγές: Margaret Thatcher Foundation, CBS, 29.9.1983 / Hansard, 19.12.1956, 23 και 29.1.1957, 19.6.1958 / FRUS / National Archives και National Heritage Board, Σιγκαπούρη / Παύλος Κ. Παύλου, παρουσίαση της βιογραφίας Κρίτωνα Τορναρίτη από τον Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, «Σημερινή», 20.7.2025 / Συνέντευξη Κρίτωνα Τορναρίτη στον Αντώνη Μακρίδη, «Σημερινή», 1.10.1990, αναδημοσίευση 16.6.2025 / Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια.

Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης που αναζητεί στα αρχεία τις προτάσεις, τις συμβουλές και τις αποφάσεις πίσω από την πορεία της Κύπρου προς την ανεξαρτησία