Η Βενετία οχύρωσε τις δύο σημαντικότερες πόλεις της Κύπρου απέναντι στον ίδιο εχθρό. Το 1570 ήρθε η ώρα της εξέτασης: η Λευκωσία έπεσε σε λίγες εβδομάδες, ενώ η Αμμόχωστος κράτησε σχεδόν έναν χρόνο. Τετρακόσια πενήντα έξι χρόνια μετά, τα τείχη είναι ακόμη εδώ και μας εξηγούν γιατί.
Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη*
Αν βάλεις σήμερα από ψηλά τη Λευκωσία δίπλα στην Αμμόχωστο, βλέπεις δύο πόλεις της ίδιας μικρής Κύπρου και δύο εντελώς διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: πώς σταματάς έναν στρατό που έρχεται με κανόνια; Στη Λευκωσία η απάντηση ήταν σχεδόν μαθηματική. Στην Αμμόχωστο ήταν αποτέλεσμα αιώνων οχύρωσης που οι Βενετοί μετέτρεψαν σε μια τεράστια πολεμική μηχανή.
Όταν οι Βενετοί αποφάσισαν το 1567 να ξαναοχυρώσουν τη Λευκωσία, δεν επιχείρησαν απλώς να ενισχύσουν τα παλιά λουζινιανά τείχη. Τα γκρέμισαν και μίκρυναν δραστικά την πόλη που έπρεπε να υπερασπιστούν. Η περίμετρος περιορίστηκε από περίπου 6,5 σε 4,8 χιλιόμετρα, ώστε να απαιτούνται λιγότεροι στρατιώτες και τα νέα τείχη να βρίσκονται μακρύτερα από τα γύρω υψώματα. Για να γίνει αυτό, η παλιά Λευκωσία πλήρωσε τρομακτικό τίμημα: σύμφωνα με την επίσημη πολιτιστική διαδρομή «Cyprus–Venice», κατεδαφίστηκαν περισσότερα από 1.800 σπίτια, τέσσερα παλάτια, 80 εκκλησίες και τρία μοναστήρια. 
Ο Τζούλιο Σαβορνιάνο σχεδίασε κάτι που ακόμη και σήμερα, όταν το βλέπεις σε αεροφωτογραφία, μοιάζει σχεδόν εξωπραγματικά κανονικό: έντεκα καρδιόσχημους προμαχώνες γύρω από την πόλη και μόνο τρεις πύλες, της Πάφου, της Κερύνειας και την Porta Giuliana, τη σημερινή Πύλη Αμμοχώστου. Δεν ήταν διακόσμηση. Η γεωμετρία των προμαχώνων επέτρεπε στα πυροβόλα να καλύπτουν τα γειτονικά τμήματα του τείχους. Εκεί όπου το μεσαιωνικό κάστρο έλεγε «ανέβα αν μπορείς», η αναγεννησιακή οχύρωση έλεγε περίπου «πλησίασε αν τολμάς».
Η Αμμόχωστος ήταν άλλη περίπτωση. Δεν μπορούσες να πάρεις έναν διαβήτη και να ξανασχεδιάσεις την πόλη. Υπήρχαν ήδη τα μεσαιωνικά της τείχη, το λιμάνι, το κάστρο, η ακτογραμμή και μια πόλη που επί αιώνες είχε μεγαλώσει μαζί με τις οχυρώσεις της. Οι Βενετοί λοιπόν δεν δημιούργησαν μια δεύτερη Λευκωσία. Πήραν αυτό που βρήκαν και το προσάρμοσαν στη νέα εποχή της πυρίτιδας: ενίσχυσαν τείχη και προμαχώνες, δημιούργησαν θέσεις πυροβολικού και έκαναν τη χερσαία προσέγγιση της πόλης εξαιρετικά δύσκολη. Ο περίφημος προμαχώνας Μαρτινένγκο αποτελεί ίσως το καθαρότερο δείγμα αυτής της νέας λογικής.
Και ύστερα ήρθε η στιγμή που κανένας αρχιτέκτονας δεν θέλει να δει το έργο του να δοκιμάζεται: ο πραγματικός πόλεμος.
Την 1η Ιουλίου 1570 οι Οθωμανοί αποβιβάστηκαν στην Κύπρο και στις 22 Ιουλίου ο στρατός κινήθηκε εναντίον της Λευκωσίας. Οι νέες οχυρώσεις ήταν μόλις τριών ετών. Οι πολιορκητές πλησίασαν με χαρακώματα, δημιούργησαν θέσεις απέναντι από τους προμαχώνες Ποδοκάταρο, Κωστάντζα, Νταβίλα και Τρίπολη και άρχισαν συνεχή βομβαρδισμό. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1570 η τελική επίθεση έσπασε την άμυνα στον Ποδοκάταρο. Η πρωτεύουσα έπεσε. 
Και εδώ αρχίζει το μεγάλο κυπριακό παράδοξο των δύο τειχών. Η Λευκωσία, με ένα από τα πιο σύγχρονα και γεωμετρικά εξελιγμένα συστήματα οχύρωσης της εποχής, άντεξε εβδομάδες. Η Αμμόχωστος συνέχισε να αντιστέκεται μέχρι τον Αύγουστο του 1571.
Δεν σημαίνει απλώς ότι «τα τείχη της Αμμοχώστου ήταν καλύτερα». Ένας πόλεμος δεν κρίνεται με χάρακα. Η γεωγραφία, η θάλασσα, οι προμήθειες, η δύναμη και η ποιότητα της φρουράς, η ηγεσία, το πυροβολικό, η δυνατότητα του επιτιθέμενου να πλησιάσει και δεκάδες άλλοι παράγοντες καθορίζουν πόσο θα αντέξει μια πόλη. Σημαίνει όμως ότι μέσα σε λίγους μήνες η Κύπρος έγινε ένα πραγματικό εργαστήριο της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής του 16ου αιώνα.
Και υπάρχει μια υπέροχη ειρωνεία. Τα τείχη της Λευκωσίας χτίστηκαν για να κρατήσουν τους Οθωμανούς έξω και απέτυχαν μέσα σε τρία χρόνια. Τα τείχη της Αμμοχώστου ενισχύθηκαν για τον ίδιο λόγο και τελικά επίσης δεν τους σταμάτησαν. Στρατιωτικά, ο σκοπός για τον οποίο κατασκευάστηκαν χάθηκε. Πολεοδομικά όμως νίκησαν τον χρόνο.
Σήμερα, 456 χρόνια μετά την πτώση της Λευκωσίας, οι έντεκα προμαχώνες εξακολουθούν να καθορίζουν το σχήμα της παλιάς πρωτεύουσας. Η τάφρος που κάποτε ήταν μέρος ενός συστήματος θανάτου έγινε χώρος στάθμευσης, γήπεδα, κήποι και δημόσιος χώρος. Στην Αμμόχωστο τα τείχη εξακολουθούν να αγκαλιάζουν την παλιά πόλη και να θυμίζουν ότι εκεί διεξήχθη μία από τις σκληρότερες πολιορκίες του πολέμου για την Κύπρο.
Ίσως λοιπόν τα δύο τείχη να μην πρέπει να τα κοιτάζουμε χωριστά. Είναι δύο κεφάλαια της ίδιας ιστορίας. Η Λευκωσία ήταν η προσπάθεια της Βενετίας να σχεδιάσει σχεδόν από την αρχή την ιδανική πόλη-φρούριο. Η Αμμόχωστος ήταν η προσπάθεια να μετατραπεί μια παλιά πόλη-λιμάνι σε φρούριο ικανό να πολεμήσει με τα όπλα της νέας εποχής.
Το 1570 ο ίδιος εχθρός χτύπησε και τις δύο πόρτες. Η μία άντεξε εβδομάδες, η άλλη μήνες. Στο τέλος έπεσαν και οι δύο.
Τα τείχη όμως, κατά έναν παράξενο τρόπο, κέρδισαν.

Πηγές: Δήμος Λευκωσίας, Τα τείχη του Σαβορνιάνο / Δήμος Λευκωσίας, Η πολιορκία της Λευκωσίας / Δήμος Λευκωσίας, Τα Μεσαιωνικά Τείχη / Cyprus–Venice Cultural Routes, Cyprus Tourism Organisation / Antonio Maria Graziani, De bello Cyprio, 1627 / Bartolomeo Sereno, Commentari della guerra di Cipro / Pietro Contarini, Historia delle cose successe dal principio della guerra mossa da Selim Ottomano, 1572.
Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης που συνδέει τις σημερινές εξελίξεις με τις ιστορίες και τα τεκμήρια του παρελθόντος.



