Είχε ειδήσεις, πολιτική, κουτσομπολιό, αγγελίες, δουλειές και «σχόλια» χωρίς καν να χρειάζεται σύνδεση. Το μόνο password ήταν να ξέρεις ποιος είσαι, τίνος είσαι και γιατί μπήκες στο χωριό.

Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη*

Κυριακή απόγευμα. Καφές, λίγη ησυχία και, σχεδόν από συνήθεια, ανοίγουμε το κινητό να δούμε τι γίνεται στον κόσμο. Ποιος παντρεύτηκε, ποιος χώρισε, ποιος πέθανε, ποιος τσακώθηκε με ποιον, ποιος πούλησε ένα χωράφι, ποιος ψάχνει δουλειά και, φυσικά, ποιος φταίει για όλα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο. Νομίζουμε ότι όλα αυτά μας τα έφερε το Facebook. Στην πραγματικότητα, η Κύπρος είχε κοινωνικό δίκτυο πολύ πριν αποκτήσει ίντερνετ. Το έλεγαν καφενείο.

Το παραδοσιακό κυπριακό καφενείο δεν ήταν απλώς το μέρος όπου πήγαινες για έναν καφέ. Ήταν η εφημερίδα, το χρηματιστήριο πληροφοριών, το γραφείο ευρέσεως εργασίας, το μικρό κοινοβούλιο, το ταχυδρομείο και, αναλόγως της ώρας και της παρέας, το δικαστήριο του χωριού. Εκεί έκλειναν συμφωνίες, συζητούσαν τις τιμές των προϊόντων, κανόνιζαν δουλειές, διαβάζονταν εφημερίδες, κυκλοφορούσαν νέα και κάποτε κανονίζονταν ακόμη και γάμοι και προίκες. Ο φοροεισπράκτορας μπορούσε να περάσει από εκεί, όπως και ο αστυνομικός, ο αγροφύλακας, ο μουχτάρης, ο παπάς και ο δάσκαλος. Με λίγα λόγια, αν ήθελες να μάθεις τι συνέβαινε στην κοινότητα, δεν χρειαζόσουν εφαρμογή. Χρειαζόσουν καρέκλα. 

Και καρέκλες χρειαζόμασταν πολλές. Η επίσημη αγροτική έρευνα της αποικιακής διοίκησης καταγράφει ότι το 1929 λειτουργούσαν στην Κύπρο 1.433 καφενεία για 641 χωριά, σε έναν πληθυσμό μόλις 310.715 ανθρώπων. Δηλαδή, κατά μέσο όρο, περισσότερα από δύο καφενεία ανά χωριό. Μόνο στα 196 χωριά της επαρχίας Λευκωσίας καταγράφονταν το 1928 συνολικά 397 καφενεία. Δεν ήταν περιθωριακό φαινόμενο. Ήταν υποδομή. 

Η ίδια έρευνα του 1930 υπολόγιζε ότι ο χωρικός ξόδευε συνήθως γύρω στους 40 παράδες, δηλαδή ένα γρόσι, την ημέρα στο καφενείο. Και κάπου εδώ αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι ούτε το σημερινό «πάμε για έναν καφέ» είναι τόσο καινούργια κυπριακή συνήθεια όσο νομίζουμε. Αλλά τότε με το ένα γρόσι δεν αγόραζες μόνο καφέ. Αγόραζες πρόσβαση στο δίκτυο. 

Το Facebook έχει news feed. Το καφενείο είχε τον άνθρωπο που μόλις είχε έρθει από τη Λευκωσία. Το Facebook έχει Marketplace. Στο καφενείο περνούσε ο έμπορος με το κάρο. Το LinkedIn έχει αγγελίες εργασίας. Στο καφενείο καθόταν ο εργάτης περιμένοντας μήπως κάποιος χρειαστεί χέρια για τη μέρα. Το Messenger έχει προσωπικά μηνύματα. Το καφενείο είχε τον καφετζή, ο οποίος ήξερε σχεδόν τα πάντα και, αν ήταν σωστός επαγγελματίας, έκανε πως δεν ήξερε τίποτε. Και το Facebook έχει comments. Εμείς είχαμε τάβλι. Η βασική διαφορά ήταν ότι, αν διαφωνούσες πολύ έντονα, ο άλλος καθόταν απέναντί σου.

Υπήρχε βεβαίως και το πολιτικό Facebook. Τα καφενεία έγιναν χώροι όπου κυκλοφορούσαν ιδέες, μαζεύονταν υπογραφές, συζητούνταν πολιτικά ζητήματα και διαμορφώνονταν στρατόπεδα. Αργότερα, σε πολλά χωριά δεν αρκούσε να υπάρχει καφενείο. Έπρεπε να ξέρεις και σε ποιο καφενείο θα μπεις. Η πολιτική ταυτότητα, η ομάδα, η παρέα μπορούσαν να έχουν τη δική τους γεωγραφία ακόμη και μέσα στην ίδια πλατεία. Το σημερινό social media bubble υπήρχε ήδη. Απλώς είχε ψάθινες καρέκλες. 

Δεν ήταν, βέβαια, ένας ειδυλλιακός κόσμος. Το παλιό καφενείο ήταν κατά κανόνα ανδρικός χώρος και οι γυναίκες ήταν ουσιαστικά αποκλεισμένες από ένα σημαντικό κέντρο κοινωνικής και δημόσιας ζωής. Αυτό είναι επίσης μέρος της ιστορίας του και δεν χρειάζεται να το νοσταλγούμε. Εκείνο όμως που αξίζει να θυμόμαστε είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας μικρός χώρος, με λίγα τραπέζια, καρέκλες, έναν καφετζή και κάποτε ένα ραδιόφωνο, μπορούσε να συνδέσει ολόκληρη κοινότητα. 

Κάπου αργότερα μπήκε το ραδιόφωνο. Μετά η τηλεόραση. Μετά ήρθε το τηλέφωνο, το κινητό, το ίντερνετ και τελικά τα κοινωνικά δίκτυα. Η τεχνολογία άλλαξε, αλλά εμείς όχι και τόσο. Εξακολουθούμε να θέλουμε να μάθουμε τι έγινε, να πούμε τη γνώμη μας, να διαφωνήσουμε, να σχολιάσουμε τον γείτονα και, κυρίως, να λύσουμε το Κυπριακό πριν τελειώσει ο καφές.

Το καφενείο δεν εξαφανίστηκε. Επιβιώνει ακόμη στα χωριά και αποτελεί κομμάτι της κυπριακής ζωής. Ακόμη και ο επίσημος τουριστικός οδηγός της Κύπρου το περιγράφει ως τόπο συνάντησης όπου συζητούνται ποδόσφαιρο, επικαιρότητα, πολιτική και τοπικό κουτσομπολιό, με τον ήχο από τα ζάρια του ταβλιού να συνοδεύει τον καφέ. 

Ίσως λοιπόν να κάναμε λάθος όταν πιστέψαμε ότι τα social media άλλαξαν τους ανθρώπους. Μάλλον άλλαξαν μόνο την καρέκλα. Ο παππούς μας καθόταν στην πλατεία και σχολίαζε το χωριό. Εμείς καθόμαστε στον καναπέ και σχολιάζουμε τον πλανήτη.

Το Facebook δεν μας έμαθε να κουτσομπολεύουμε. Απλώς πήρε το κυπριακό καφενείο και μας το έβαλε στην τσέπη.

Πηγές: C. Surridge, A Survey of Rural Life in Cyprus, 1930 / Michael Given, Agriculture, Settlement and Landscape in Ottoman Cyprus / The Cyprus Review / Visit Cyprus / Cyprus Mail.

Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης που συνδέει τις σημερινές εξελίξεις με τις ιστορίες και τα τεκμήρια του παρελθόντος.