Το λέμε κάθε μέρα. Στο τηλέφωνο, στο μήνυμα, στη δουλειά, στο σπίτι. «ΟΚ». Δηλαδή όλα καλά. Το θέμα έκλεισε. Προχωρούμε. Δύο γράμματα, μια ολόκληρη ανθρώπινη ανακούφιση.
Υπάρχουν λέξεις που ταξιδεύουν με στρατούς, εμπόρους, αυτοκρατορίες και τεχνολογία. Και υπάρχουν λέξεις που ταξιδεύουν επειδή είναι απλώς χρήσιμες. Το «ΟΚ» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Είναι ίσως η πιο αναγνωρίσιμη λέξη του πλανήτη. Δεν χρειάζεται μετάφραση. Δεν χρειάζεται εξήγηση. Αν κάποιος στη Λευκωσία, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη ή στο Τόκιο πει «ΟΚ», όλοι περίπου καταλαβαίνουν το ίδιο πράγμα: εντάξει.
Η πιο διαδεδομένη ιστορική εξήγηση μάς πάει στην Αμερική του 19ου αιώνα. Γύρω στο 1839, στις εφημερίδες της Βοστώνης, υπήρχε μια μόδα με χιουμοριστικές συντομογραφίες και σκόπιμα λάθος ορθογραφίες. Το «OK» θεωρείται ότι προήλθε από το «oll korrect», δηλαδή μια αστεία παραφθορά του «all correct». Με άλλα λόγια, από ένα δημοσιογραφικό αστείο γεννήθηκε μια λέξη που έμελλε να γίνει παγκόσμιο διαβατήριο συνεννόησης.
Λίγα χρόνια αργότερα, το «OK» μπήκε και στην πολιτική. Ο Αμερικανός πρόεδρος Martin Van Buren, που καταγόταν από το Kinderhook της Νέας Υόρκης, είχε το παρατσούκλι «Old Kinderhook». Οι υποστηρικτές του χρησιμοποίησαν το «OK» ως σύνθημα. Έτσι η μικρή συντομογραφία βγήκε από τις στήλες των εφημερίδων και μπήκε στην καθημερινή δημόσια γλώσσα.

Και μετά ήρθε ο τηλέγραφος, το εμπόριο, οι πόλεμοι, η αμερικανική επιρροή, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, οι υπολογιστές, τα κινητά τηλέφωνα. Το «OK» βόλευε παντού. Ήταν σύντομο, καθαρό, εύκολο να γραφτεί, εύκολο να ειπωθεί, εύκολο να αναγνωριστεί. Δεν είχε μεγάλο βάρος. Δεν ήταν πομπώδες. Δεν ήταν επίσημο. Ήταν πρακτικό.
Στην Κύπρο το πήραμε και το κάναμε δικό μας. «Οκέι, έρκουμαι». «ΟΚ, κανεί». «ΟΚ, εντάξει». «ΟΚ, όλα καλά». Μπορεί να μπει σε πρόταση ελληνική, κυπριακή, αγγλική ή μισή-μισή, χωρίς να φαίνεται ξένο. Είναι από εκείνες τις λέξεις που δεν ζητούν άδεια εισόδου στη γλώσσα. Μπαίνουν επειδή κάνουν δουλειά.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το «ΟΚ» δεν σημαίνει πάντα το ίδιο. Μπορεί να σημαίνει συμφωνία. Μπορεί να σημαίνει αποδοχή. Μπορεί να σημαίνει «το κατάλαβα». Μπορεί να σημαίνει «μην το συνεχίζεις άλλο». Μπορεί να είναι θερμό, ψυχρό, ειρωνικό, κουρασμένο, επαγγελματικό ή τρυφερό. Ένα «ΟΚ» με τελεία στο μήνυμα μπορεί να παγώσει άνθρωπο. Ένα «ΟΚ!» μπορεί να ανοίξει τη μέρα. Δύο γράμματα, χίλιοι τόνοι.
Κάποτε λέγαμε «καλώς», «εντάξει», «σύμφωνοι», «έγινε». Σήμερα λέμε «ΟΚ» και τελειώνουμε. Όχι επειδή χάσαμε τη γλώσσα μας, αλλά επειδή η καθημερινότητα ζητά γρήγορα σήματα. Το «ΟΚ» είναι ακριβώς αυτό: ένα μικρό πράσινο φως μέσα στη συνομιλία.
Από ένα αμερικανικό αστείο του 1839 μέχρι τα σημερινά μηνύματα στο κινητό, το «ΟΚ» απέδειξε κάτι απλό: οι λέξεις δεν επιβιώνουν επειδή είναι μεγάλες. Επιβιώνουν επειδή χωρούν στη ζωή.
Και αν το σκεφτεί κανείς κυπριακά, ίσως αυτό να είναι το πιο ωραίο. Μια λέξη δύο γραμμάτων που λέει αυτό που όλοι θέλουμε να ακούσουμε στο τέλος κάθε μπελά: ΟΚ. Όλα καλά.
Πηγές: Merriam-Webster, “The Hilarious History of OK”/History.com, “How OK Became America’s Favorite Word/Smithsonian Magazine, “How One Man Discovered the Obscure Origins of the Word OK”/Boston Magazine, “When the Word OK Was Invented in Boston”/Allan Metcalf, OK: The Improbable Story of America’s Greatest Word, Oxford University Press/TIME, “The Word O.K. Has Just Celebrated Its 177th Birthday”/Boston Morning Post, 23 Μαρτίου 1839
“/Oxford University Press, παρουσίαση του βιβλίου OK: The Improbable Story of America’s Greatest Word



