Τα Burda είχαν τόσες γραμμές, βελάκια και νούμερα, που όποια οικοκυρά έβρισκε το σωστό μανίκι μπορούσε άνετα να πιάσει δουλειά στο 4ο Γραφείο του Αρχηγείου χωρίς μέσο..αλλά με την αξία της!
Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη
Υπήρξε μια εποχή που η μόδα στην Κύπρο δεν ερχόταν με courier, ούτε εμφανιζόταν στην οθόνη του κινητού με «προσθήκη στο καλάθι». Ερχόταν διπλωμένη μέσα σε περιοδικά. Και μαζί της έφερνε ένα μεγάλο χαρτί γεμάτο γραμμές, αριθμούς, καμπύλες και μυστήρια. Το έλεγαν πατρόν. Και για πολλές γυναίκες, μοδίστρες, μανάδες και κόρες, ήταν κάτι ανάμεσα σε χάρτη, υπόσχεση και μικρή στρατιωτική άσκηση.
Στα κυπριακά σπίτια των δεκαετιών του ’60, του ’70 και του ’80, το Burda δεν ήταν απλώς περιοδικό μόδας. Ήταν παράθυρο προς την Ευρώπη. Έφερνε φορέματα, ταγιέρ, φούστες, παιδικά ρούχα, παλτά, σχολικές ποδιές, ακόμη και νυφικά. Όχι έτοιμα. Αυτό ήταν το ωραίο. Έφερνε την ιδέα. Το υπόλοιπο έπρεπε να το κάνει το χέρι.

Σήμερα μπαίνεις σε ένα κατάστημα, διαλέγεις μέγεθος, πληρώνεις και φεύγεις. Τότε το ρούχο είχε διαδρομή. Πρώτα έβλεπες τη φωτογραφία στο περιοδικό. Μετά διάβαζες το νούμερο του μοντέλου. Ύστερα άνοιγες το μεγάλο φύλλο με τα πατρόν. Και εκεί άρχιζε το πανηγύρι.
Διότι για να βγάλεις άκρη από ένα πατρόν Burda, δεν ήθελες απλώς λίγη υπομονή. Ήθελες σχεδόν διδακτορικό. Άπλωνες το χαρτί και έβλεπες μπροστά σου ένα δάσος από κόκκινες, πράσινες και μαύρες γραμμές, νούμερα, βελάκια, καμπύλες, μανίκια, γιακάδες, μέσες και πλάτες όλα μαζί, λες και κάποιος είχε βάλει τη μόδα, την τοπογραφία και τη στρατιωτική χαρτογραφία στο ίδιο φύλλο.
Οι πολύ καλές μοδίστρες δεν διάβαζαν απλώς πατρόν. Έκαναν αποκρυπτογράφηση. Έβρισκαν τη σωστή γραμμή ανάμεσα σε είκοσι άλλες, ξεχώριζαν το μέγεθος, υπολόγιζαν πού θα μπει η πένσα, πού θα πέσει το μανίκι, πού θα κλείσει η μέση. Αν τις έπαιρνε τότε το ΓΕΕΦ, στο 4ο Γραφείο του Αρχηγείου*, θα μπορούσαν άνετα να βγάζουν επιχειρησιακούς χάρτες. Και μάλιστα με μεγαλύτερη ακρίβεια, γιατί η μοδίστρα ήξερε κάτι που καμιά στρατιωτική σχολή δεν διδάσκει εύκολα: αν κόψεις λάθος, δεν σώζεται πάντα το ύφασμα.

Για όσους δεν πέρασαν από το πανεπιστήμιο της χακί γραφειοκρατίας, το 4ο Γραφείο του Αρχηγείου ΓΕΕΦ είναι εκεί όπου η στρατιωτική λογική συναντά τους χάρτες, τα σχέδια και τις κινήσεις επί χάρτου. Με απλά λόγια: αν μπορούσες να βρεις μέσα σε πατρόν Burda ποια γραμμή ήταν το μανίκι και ποια η πλάτη, μπορούσες άνετα να εντοπίσεις και λόχο μέσα σε χαρτογραφικό τετράγωνο.
Η μάνα, η θεία ή η μοδίστρα άπλωνε το χαρτί στο τραπέζι. Το τραπέζι της κουζίνας μετατρεπόταν σε ατελιέ, επιτελικό κέντρο και πεδίο μάχης μαζί. Η μεζούρα περνούσε γύρω από τον λαιμό. Το ψαλίδι υφασμάτων έβγαινε από το συρτάρι σαν εργαλείο ιεροτελεστίας. Η κιμωλία σημάδευε το ύφασμα. Οι καρφίτσες κρατούσαν τη μορφή πριν γεννηθεί. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ένα φλιτζάνι καφέ, ένα «στάσου ίσια να σε μετρήσω» και ένα «μην κουνιέσαι, κόρη μου», η ευρωπαϊκή μόδα γινόταν κυπριακό ρούχο.

Το Burda είχε μια παράξενη δημοκρατικότητα. Δεν χρειαζόταν να είσαι πλούσια για να ονειρευτείς ένα ωραίο φόρεμα. Χρειαζόταν ύφασμα, χρόνος, υπομονή και κάποιον που ήξερε να ράβει. Και στην Κύπρο υπήρχαν πολλές τέτοιες γυναίκες. Μοδίστρες που δούλευαν από το σπίτι. Γυναίκες που έμαθαν τη ραπτική όχι ως χόμπι, αλλά ως ανάγκη. Κορίτσια που έραβαν για την προίκα τους. Μανάδες που μεταποιούσαν το παλιό ρούχο της μεγάλης κόρης για να το φορέσει η μικρή. Γιαγιάδες που κρατούσαν κουμπιά από παλτά περασμένων δεκαετιών, γιατί «εν κρίμα να τα πετάξεις, μπορεί να χρειαστούν». Και φυσικά, χρειάζονταν πάντα.
Το πατρόν ήταν η τεχνολογία της εποχής. Πριν το download, υπήρχε το ξεπατίκωμα. Πριν το PDF, υπήρχε το ριζόχαρτο. Πριν το tutorial, υπήρχε η μοδίστρα που ήξερε. Και πριν το fast fashion, υπήρχε η αργή, προσεκτική, προσωπική δημιουργία ενός ρούχου που φοριόταν γιατί φτιάχτηκε για ένα σώμα, όχι για έναν μέσο όρο. Αυτό που σήμερα το λέμε βιωσιμότητα, κυκλική οικονομία και slow fashion, οι μανάδες μας το έλεγαν απλώς «εν να το φκάλουμεν να σου κάμει».
Το Burda, βέβαια, δεν ήταν κυπριακή εφεύρεση. Ήταν γερμανικό περιοδικό, συνδεδεμένο με την Aenne Burda, τη γυναίκα που κατάλαβε ότι η μεταπολεμική γυναίκα δεν ήθελε μόνο να βλέπει μόδα. Ήθελε να τη φτιάχνει, να την προσαρμόζει, να την κάνει δική της. Η μεγάλη του επιτυχία ήταν ακριβώς αυτή. Δεν πουλούσε μόνο εικόνες. Πουλούσε δυνατότητα. Έλεγε στη γυναίκα: αυτό που βλέπεις μπορείς να το φορέσεις, αρκεί να το ράψεις.
Στην Κύπρο, τα Burda συνδέθηκαν με μια κοινωνική μετάβαση. Από τη γυναίκα που έπρεπε απλώς να ντύνεται «καθώς πρέπει», στη γυναίκα που άρχισε να θέλει στυλ. Από τη σχολική ποδιά και το αυστηρό φόρεμα, στο ταγιέρ της εργαζόμενης. Από το ρούχο της Κυριακής, στο ρούχο του γραφείου. Από το «να είναι καλό το ύφασμα» στο «να είναι ωραία η γραμμή».
Η μοδίστρα της γειτονιάς ήταν κάτι περισσότερο από τεχνίτρια. Ήταν σύμβουλος, ψυχολόγος, κριτής και πολλές φορές διπλωμάτης. Έπρεπε να πει στην πελάτισσα ότι το συγκεκριμένο σχέδιο «εν της πάει», χωρίς να τη στενοχωρήσει. Έπρεπε να μικρύνει τη μέση χωρίς να φαίνεται. Να μακρύνει το φόρεμα χωρίς να χαλάσει η γραμμή. Να σώσει ύφασμα όταν δεν έφτανε. Να φτιάξει ένα ρούχο για γάμο, βάφτιση ή αρραβώνα που θα άντεχε και το βλέμμα της γειτονιάς. Διότι η Κύπρος είχε πάντα ένα άτυπο δικαστήριο μόδας: την πρώτη σειρά των συγγενών και τις γυναίκες που πρόσεχαν τα πάντα.
Υπήρχε όμως και κάτι τρυφερό σε όλο αυτό. Το ρούχο δεν ήταν ανώνυμο. Είχε ιστορία. «Αυτό το έραψε η μάνα μου». «Αυτό ήταν από πατρόν Burda». «Αυτό το φόρεσα στον γάμο της ξαδέλφης μου». «Αυτό το μεταποιήσαμε μετά». Τα ρούχα είχαν μνήμη. Και τα περιοδικά φυλάγονταν. Δεν τα πετούσαν εύκολα. Έμεναν σε ντουλάπια, κάτω από τραπέζια, δίπλα από καλάθια με κλωστές, σε σπίτια όπου κάθε παλιό τεύχος μπορούσε να ξαναχρησιμοποιηθεί.
Σε δύσκολες εποχές, το να ξέρεις να ράβεις ήταν δύναμη. Μπορούσες να ντύσεις παιδιά, να μεταποιήσεις, να επιδιορθώσεις, να δημιουργήσεις κάτι αξιοπρεπές με λιγότερα χρήματα. Μια φούστα γινόταν πιο στενή. Ένα φόρεμα γινόταν μπλούζα. Ένα παλιό παλτό έπαιρνε καινούργια κουμπιά και ξαναέβγαινε στον κόσμο. Σήμερα, που τα ρούχα πολλές φορές κοστίζουν λιγότερο από ένα γεύμα, ξεχάσαμε πόση ευφυΐα χρειαζόταν κάποτε για να κρατηθεί ένα σπίτι ντυμένο.
Και αυτή η ευφυΐα δεν καταγράφεται στα μεγάλα βιβλία της ιστορίας. Δεν μπαίνει σε μνημεία. Βρίσκεται όμως στις φωτογραφίες των οικογενειακών άλμπουμ. Στα φορέματα των γάμων. Στα παιδικά ρούχα των σχολικών γιορτών. Στις ποδιές των κοριτσιών. Στις Κυριακές έξω από την εκκλησία. Εκεί όπου η Κύπρια γυναίκα έβγαινε ντυμένη όχι μόνο με ύφασμα, αλλά με κόπο.
Το πατρόν είχε και μια σχεδόν φιλοσοφική διάσταση. Έβλεπες πάνω στο χαρτί κάτι ακατανόητο και έπρεπε να εμπιστευτείς ότι, αν ακολουθήσεις τη σωστή γραμμή, θα προκύψει ένδυμα. Αυτό δεν είναι λίγο. Είναι μάθημα ζωής. Πόσες φορές και στην ίδια την ιστορία της Κύπρου δεν είχαμε μπροστά μας ένα χάος από γραμμές, σύνορα, σχέδια, διοικήσεις, αλλαγές, υποσχέσεις, και έπρεπε να βρούμε ποια γραμμή να ακολουθήσουμε για να μη σκίσουμε το ύφασμα;
Σήμερα τα πατρόν επιστρέφουν, με άλλο τρόπο. Υπάρχουν ψηφιακά σχέδια, βίντεο, ηλεκτρονικές κοινότητες ραπτικής, νέες γυναίκες και άντρες που ξαναπιάνουν τη βελόνα όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή θέλουν να δημιουργήσουν κάτι δικό τους. Η ειρωνεία είναι ότι ο κόσμος της τεχνητής νοημοσύνης, των εφαρμογών και της μαζικής παραγωγής ξαναφέρνει στην επιφάνεια την αξία του χειροποίητου.
Το Burda, με τον παλιό του τρόπο, το είχε καταλάβει από νωρίς. Δεν σου έδινε απλώς μόδα. Σου έδινε συμμετοχή στη μόδα. Και αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον καταναλωτή και στον δημιουργό. Ίσως γι’ αυτό, αν σήμερα ανοίξει κανείς ένα παλιό συρτάρι σε κάποιο κυπριακό σπίτι, μπορεί ακόμη να βρει ένα ξεχασμένο τεύχος, ένα πατρόν διπλωμένο με υπομονή, ένα κουτί με κουμπιά, μια μεζούρα, μια δαχτυλήθρα. Μικρά αντικείμενα μιας μεγάλης εποχής.
Γιατί πριν γίνουμε κοινωνία του έτοιμου, υπήρξαμε κοινωνία του «κάμε το μόνος σου». Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές ενός παλιού πατρόν, υπάρχει ακόμη η μυστική γεωγραφία μιας Κύπρου που ήξερε να κόβει ύφασμα χωρίς να κόβει τη φαντασία της.
Πηγές στοιχείων: BurdaStyle / ιστορικό αρχείο Burda, στοιχεία για την Aenne Burda και την εξέλιξη του περιοδικού Burda Moden./Συμπληρωματικά, προσωπικές μνήμες και προφορικές αναφορές για τη χρήση των περιοδικών Burda, των πατρόν και της οικιακής ραπτικής στην Κύπρο των δεκαετιών ’60, ’70 και ’80.
*Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης, Παλαιολόγιο: ο Κύπριος ιστοριοδίφης που μπορεί να δει μέσα σε ένα παλιό πατρόν Burda όχι μόνο γραμμές, βελάκια και νούμερα, αλλά μια ολόκληρη εποχή όπου η Κύπρος μετρούσε, έκοβε, ξήλωνε, ξανάραβε και έβγαινε έξω αξιοπρεπής.



