Όχι, δεν είναι η αρχή κάποιου κυπριακού ανεκδότου. Είναι μια πραγματική ιστορία του 1985, με μια φάσσα, έναν ξένο διπλωμάτη, μια «ειδική άδεια» και έναν νόμο που 41 χρόνια αργότερα εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα.
Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη
Υπάρχουν ειδήσεις που διαβάζεις και λες: «Εντάξει, κάποιος πήγε κυνήγι». Και υπάρχουν ειδήσεις που, όταν περάσουν σαράντα χρόνια και τις ξαναδιαβάσεις έχοντας δίπλα σου το κείμενο του νόμου, αντιλαμβάνεσαι ότι η φάσσα ήταν μάλλον το λιγότερο ενδιαφέρον θήραμα της υπόθεσης.
Το 1985, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «η σημερινή», ένας ξένος διπλωμάτης και Κύπριοι συνοδοί του βρέθηκαν για κυνήγι στην περιοχή των Πλατρών. Μόνο που δεν φαίνεται να πήγαν ακριβώς όπως πήγαινε ο υπόλοιπος κυνηγόκοσμος. Ο τίτλος της εφημερίδας ήταν από εκείνους που κάνουν ακόμη και τον πιο ψύχραιμο κυνηγό να αφήσει για λίγο κάτω το δίκαννο: «Δόθηκε ειδική άδεια κυνηγιού για φάσσες».
Και σχεδόν ακούς τον Κύπριο κυνηγό της εποχής να γυρίζει στον διπλανό του στο καρτέρι: «Ε, τζιαι εμείς ποτούτην την ειδική άδεια θέλουμεν, εννεν, σύντροφε;» (Και για να μην υπάρξει ούτε ίχνος πολιτικής παρερμηνείας, «σύντροφε» εδώ με την αυστηρώς κυνηγετική έννοια του όρου: εκείνου που στέκει δίπλα σου στο καρτέρι και όχι δίπλα σου στην κομματική συγκέντρωση).
Μόνο που στο δίκαιο, όπως και στο καλό κυνήγι, δεν πυροβολείς επειδή κάτι κουνήθηκε μέσα στους θάμνους. Πρώτα βλέπεις καλά τον στόχο.
Ο περί Προστασίας και Αναπτύξεως Θηραμάτων και Αγρίων Πτηνών Νόμος του 1974, Ν. 39/1974, προέβλεπε στο άρθρο 5 ότι ο Έπαρχος μπορούσε να χορηγεί άδεια κυνηγίου σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργού. Ο αλλοδαπός δεν αποκλειόταν. Αντιθέτως, ο νομοθέτης τον είχε ρητά υπόψη του, αφού προέβλεπε ότι ο Υπουργός μπορούσε, κατά την κρίση του, να μειώσει το τέλος που κατέβαλλε αλλοδαπός για την απόκτηση άδειας κυνηγίου. Άρα, στο ερώτημα «Μπορούσε το 1985 ένας αλλοδαπός να πάρει άδεια κυνηγίου στην Κύπρο;», η απάντηση είναι καταρχήν ναι. Μέχρι εδώ, λοιπόν, δεν σηκώθηκε καν λαγός.
Υπάρχει όμως μια φράση στο ίδιο άρθρο που αλλάζει το νομικό ενδιαφέρον της ιστορίας. Το άρθρο 5(4) χρησιμοποιεί μια διατύπωση δύσκολο να παρερμηνευθεί: «Εν ουδεμιά περιπτώσει». Δεν μπορούσε να χορηγηθεί άδεια κυνηγίου σε πρόσωπο που δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου. Ο νομοθέτης δεν πρόσθεσε «εκτός εάν πρόκειται περί αλλοδαπού» ή «εκτός εάν είναι διπλωμάτης». Έγραψε «εν ουδεμιά περιπτώσει». Τρεις λέξεις που στο δίκαιο αρκούν για να κλείσουν μια ολόκληρη πόρτα.
Η αλυσίδα φαίνεται επομένως απλή: νόμιμη κατοχή κυνηγετικού όπλου → άδεια κυνηγίου → κυνήγι. Ή, στη γλώσσα του κυνηγού: πρώτα ελέγχεις το όπλο, μετά την άδεια και ύστερα πιάνεις το καρτέρι. Δεν αρχίζεις από τη φάσσα και επιστρέφεις εκ των υστέρων να βρεις τα χαρτιά.
Και τότε γιατί η «Σημερινή» μιλούσε για «ειδική άδεια»; Εδώ σηκώνεται το πραγματικό θήραμα. Η λέξη «ειδική» είναι δημοσιογραφικά ελκυστική, αλλά νομικά δεν αρκεί. Μια ειδική άδεια δεν είναι εξ ορισμού ούτε προνομιακή ούτε παράνομη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποια ήταν η εξουσιοδοτική διάταξη;
Ο Ν. 39/1974 περιείχε πράγματι εξουσίες για ειδικές ρυθμίσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 28, το οποίο προέβλεπε, υπό τις εκεί καθοριζόμενες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος ή ειδικής άδειας σχετικά με το κυνήγι συγκεκριμένου θηράματος ή αγρίου πτηνού σε καθορισμένη περιοχή. Αυτό δεν λύνει αυτομάτως την υπόθεση· μας δείχνει όμως πού πρέπει να ψάξουμε. Διότι άλλο είναι μια ειδική άδεια που μεταβάλλει, εφόσον ο νόμος το επιτρέπει, τον χρόνο, τον τόπο ή το επιτρεπόμενο θήραμα και άλλο μια άδεια που παραμερίζει μια προϋπόθεση την οποία ο ίδιος ο νόμος επιβάλλει «εν ουδεμιά περιπτώσει».
Εδώ βρίσκεται η λεπτή αλλά θεμελιώδης διαφορά. Η διακριτική ευχέρεια της διοίκησης δεν είναι λευκή επιταγή. Το γεγονός ότι ο νόμος παρέχει σε έναν Υπουργό, έναν Έπαρχο ή άλλο διοικητικό όργανο εξουσία να αποφασίζει δεν σημαίνει ότι του παρέχει εξουσία να αποφασίζει οτιδήποτε. Η διακριτική ευχέρεια ασκείται εντός του νόμου, όχι υπεράνω αυτού. Γι’ αυτό και η υπόθεση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ούτε με τη βιασύνη εκείνου που θέλει να ανακαλύψει σκάνδαλο ούτε με την ευκολία εκείνου που λέει «αφού έδωσε άδεια το κράτος, όλα καλά». Το σωστό ερώτημα είναι πολύ πιο απαιτητικό: Τι ακριβώς εξουσιοδοτούσε ο νόμος τη διοίκηση να επιτρέψει;
Υπάρχει και μια παγίδα για τον ιστορικό. Στη σημερινή ενοποιημένη μορφή της νομοθεσίας συναντούμε ρυθμίσεις και τύπους αδειών που αφορούν αλλοδαπούς. Το ενοποιημένο κείμενο όμως ενσωματώνει μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Δεν μπορούμε συνεπώς να πάρουμε μια διάταξη ή ένα έντυπο που εμφανίζεται σήμερα και να το μεταφέρουμε αυτούσιο στο 1985. Αυτό θα ήταν αναχρονισμός. Ο ιστορικός νόμος, όπως και το κυνήγι, θέλει να ξέρεις την εποχή. Δεν ψάχνεις φάσσες επειδή κάποτε πέρασαν από εκεί· πρέπει να ξέρεις πότε πέρασαν.
Σαράντα ένα χρόνια αργότερα έχουμε λοιπόν δύο κομμάτια του παζλ: το δημοσίευμα της «Σημερινής» και τον νόμο. Μας λείπει το σημαντικότερο: η ίδια η ειδική άδεια του 1985.Αν το έγγραφο διασώζεται, εκεί θα βρίσκεται η απάντηση: σε ποιον εκδόθηκε, για ποια ημερομηνία και περιοχή, για ποιο θήραμα, με ποιους όρους, από ποια αρχή και, κυρίως, δυνάμει ποιας διάταξης.
Και παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: είχε ο συγκεκριμένος διπλωμάτης την άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου που απαιτούσε το άρθρο 5(4); Εάν ναι, η εικόνα αλλάζει ουσιωδώς και η «ειδική άδεια» ενδέχεται να αφορούσε τον χρόνο, τον τόπο ή το συγκεκριμένο θήραμα. Εάν όχι, πρέπει να αναζητηθεί ποια άλλη νομοθετική διάταξη επέτρεπε νόμιμα αυτό που συνέβη. Αν υπήρχε, το συγκεκριμένο ζήτημα τελειώνει εκεί. Αν δεν υπήρχε, τότε αρχίζει ένα άλλο.
Αυτό ακριβώς σημαίνει να εξετάζεις μια διοικητική πράξη χωρίς προκατάληψη: δεν ξεκινάς με την ετυμηγορία και μετά αναζητάς στοιχεία για να την επιβεβαιώσεις. Ξεκινάς από τον νόμο, βρίσκεις την αρμοδιότητα, εντοπίζεις την πράξη, εξετάζεις τους όρους της και μόνο τότε καταλήγεις.
Το 1985 κάποιοι κυνηγοί στις Πλάτρες είδαν μια παρέα να κυνηγά και πληροφορήθηκαν ότι επικεφαλής της ήταν ξένος διπλωμάτης που είχε εξασφαλίσει ειδική άδεια. Η «η σημερινή» έκανε τότε κάτι εξαιρετικά απλό αλλά θεμελιώδες για μια δημοκρατία: ρώτησε. Και η κυβέρνηση, σύμφωνα με το δημοσίευμα, επιβεβαίωσε ότι η άδεια είχε πράγματι δοθεί. Σαράντα ένα χρόνια αργότερα, το «Παλαιολόγιο» προσθέτει απλώς την επόμενη ερώτηση: Με ποια ακριβώς νομική εξουσία;
Αυτό δεν αποτελεί κατηγορία. Είναι η άρνηση να κατηγορήσουμε χωρίς να ακολουθήσουμε πρώτα ολόκληρη τη διαδρομή του νόμου. Μέχρι να βρεθεί η ίδια η άδεια, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένη ούτε η παρανομία ούτε η πλήρης νομιμότητά της. Γιατί στο κράτος δικαίου η σφραγίδα μιας δημόσιας αρχής δεν είναι μαγικό ραβδί. Η διοίκηση δεν νομιμοποιεί μια πράξη επειδή απλώς την υπέγραψε. Η ίδια η διοίκηση νομιμοποιείται όταν ενεργεί εντός της αρμοδιότητας και των ορίων που της έθεσε ο νόμος.
Οι παλιοί κυνηγοί ξέρουν ότι στο καρτέρι χρειάζεται υπομονή. Δεν ρίχνεις στον πρώτο ίσκιο, δεν μετράς το θήραμα πριν πέσει και ξέρεις ότι μια άστοχη τουφεκιά δεν γυρίζει πίσω. Το ίδιο ισχύει και στην ιστορική έρευνα.
Δεν πυροβολούμε υποψίες. Κυνηγούμε τεκμήρια.
Και στην προκειμένη περίπτωση έχουμε ακόμη ένα τελευταίο καρτέρι να στήσουμε: πρώτα βρίσκουμε την εξουσιοδοτική διάταξη, μετά την ειδική άδεια του 1985 και στο τέλος —αν απέμεινε καμιά— βρίσκουμε και τη φάσσα.
Πηγές: Εφημερίδα «Σημερινή», δημοσίευμα του 1985, «Δόθηκε ειδική άδεια κυνηγιού για φάσσες» / Περί Προστασίας και Αναπτύξεως Θηραμάτων και Αγρίων Πτηνών Νόμος του 1974, Ν. 39/1974, ιδίως άρθρα 4, 5 και 28 / Για την ιστορική ερμηνεία απαιτείται διάκριση μεταξύ του κειμένου που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και της σημερινής ενοποιημένης μορφής της νομοθεσίας, η οποία περιλαμβάνει μεταγενέστερες τροποποιήσεις / Centre of Visual Arts and Research (CVAR) – Ίδρυμα Κώστα και Ρίτας Σεβέρη.
Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης της Κύπρου. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της κυπριακής ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν με τον μοναδικό του τρόπο.




