Στις 17 Ιουλίου 1955, στο Anaheim της Καλιφόρνιας, ο Walt Disney στεκόταν μπροστά στις κάμερες για να παρουσιάσει κάτι που μέχρι τότε δεν υπήρχε ακριβώς με αυτή τη μορφή. Όχι ένα λούνα παρκ, αλλά έναν ολόκληρο κόσμο.

Η Disneyland είχε κοστίσει περίπου 17 εκατομμύρια δολάρια και είχε χτιστεί πάνω σε 160 acres πρώην πορτοκαλεώνων σχεδόν 650.000 τετραγωνικά μέτρα. Για να το φέρουμε λίγο στα δικά μας μέτρα, μιλάμε για μια έκταση της τάξης μεγέθους μιας ολόκληρης αστικής ενορίας, περίπου όσο ο Τρυπιώτης στη Λευκωσία.

Ο Disney είχε ρισκάρει προσωπικά για να χρηματοδοτήσει το όραμά του, σε μια εποχή που αρκετοί θεωρούσαν την ιδέα του υπερβολική, αν όχι οικονομική τρέλα. Η αρχική σκέψη ήταν απλή. Πήγαινε τις κόρες του σε λούνα παρκ, τις έβλεπε να παίζουν κι εκείνος καθόταν περιμένοντας. Άρχισε λοιπόν να σκέφτεται έναν χώρο όπου παιδιά και γονείς θα μπορούσαν να διασκεδάζουν μαζί. Από εκείνη την απλή παρατήρηση γεννήθηκε τελικά μια ολόκληρη βιομηχανία.

Μόνο που η πρώτη ημέρα ήταν περίπου… καταστροφή.

Η 17η Ιουλίου δεν ήταν κανονικά η πρώτη ημέρα λειτουργίας για το ευρύ κοινό. Ήταν η μεγάλη πρεμιέρα για προσκεκλημένους και τηλεόραση. Αναμένονταν περίπου 15.000 άνθρωποι. Μπήκαν 28.154. Είχαν κυκλοφορήσει πλαστά εισιτήρια, ενώ ένας ευρηματικός τύπος φέρεται να έστησε σκάλα δίπλα στον φράκτη και να χρέωνε πέντε δολάρια το κεφάλι για να περνά κόσμο μέσα.

Η Disneyland είχε μόλις ανοίξει και είχε ήδη αποκτήσει παραοικονομία.

Και μετά ήρθε η ζέστη. Η φρέσκια άσφαλτος της Main Street μαλάκωσε τόσο ώστε τα ψηλοτάκουνα παπούτσια ορισμένων γυναικών βυθίζονταν μέσα της. Τα σημεία εστίασης δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν το πλήθος, σχηματίστηκαν τεράστιες ουρές και έξω από το πάρκο δημιουργήθηκε μποτιλιάρισμα χιλιομέτρων.

Μέσα τα πράγματα δεν πήγαιναν πολύ καλύτερα. Παιχνίδια παρουσίαζαν προβλήματα, μια διαρροή αερίου ανάγκασε το Fantasyland να κλείσει προσωρινά και το ποταμόπλοιο Mark Twain γέμισε με τόσο κόσμο ώστε άρχισε να γέρνει επικίνδυνα. Η ημέρα έμεινε στην ιστορία της Disneyland ως Black Sunday.

Την ίδια ώρα, όμως, συνέβαινε κάτι πρωτοφανές. Η Αμερική παρακολουθούσε τα εγκαίνια ζωντανά από την τηλεόραση. Το ABC μετέδιδε το 90λεπτο Dateline Disneyland με 24 κάμερες και ένα τεράστιο, για τα δεδομένα της εποχής, τηλεοπτικό συνεργείο.

Ανάμεσα στους παρουσιαστές βρισκόταν και ένας 44χρονος ηθοποιός, γνωστός τότε από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και όχι από την πολιτική: ο Ronald Reagan. Εκείνη τη 17η Ιουλίου του 1955 ο Reagan περπατούσε στη Disneyland κρατώντας μικρόφωνο και παρουσίαζε το καινούργιο πάρκο του Walt Disney. Ελάχιστοι θα μπορούσαν να φανταστούν ότι 25 χρόνια αργότερα ο ίδιος άνθρωπος θα εκλεγόταν 40ός Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι φωτογραφίες από εκείνη την ημέρα, επομένως, δεν κατέγραψαν μόνο τη γέννηση της Disneyland. Κατέγραψαν και έναν μελλοντικό Πρόεδρο της Αμερικής πολύ πριν φτάσει στον Λευκό Οίκο.

Κι εδώ βρίσκεται ίσως η πραγματική ιδιοφυΐα του Disney. Δεν εγκαινίαζε απλώς ένα πάρκο. Μετέτρεπε τα εγκαίνιά του σε τηλεοπτικό θέαμα. Η τηλεόραση διαφήμιζε το πάρκο, το πάρκο ζωντάνευε τους κινηματογραφικούς χαρακτήρες και οι χαρακτήρες έστελναν ξανά τον κόσμο στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο. Σήμερα θα το ονομάζαμε οικοσύστημα περιεχομένου. Το 1955 ο Disney απλώς το έκανε.

Και ενώ στην Καλιφόρνια εκατομμύρια Αμερικανοί παρακολουθούσαν από τις τηλεοράσεις τους το Tomorrowland, στην Κύπρο τηλεόραση δεν υπήρχε ακόμη. Τρεις μήνες νωρίτερα είχε αρχίσει ο αγώνας της ΕΟΚΑ και το νησί βρισκόταν ακόμη υπό βρετανική κυριαρχία.

Δύο τόποι, την ίδια χρονιά, κοιτούσαν το μέλλον από εντελώς διαφορετική αφετηρία: ο ένας κατασκεύαζε το Tomorrowland και ο άλλος αγωνιζόταν ακόμη για το δικαίωμα να αποφασίσει ποιο θα ήταν το δικό του tomorrow.

Στη Disneyland ο επισκέπτης δεν πήγαινε απλώς από παιχνίδι σε παιχνίδι. Περνούσε από ιστορία σε ιστορία: Main Street U.S.A., Adventureland, Frontierland, Fantasyland, Tomorrowland. Η αρχιτεκτονική, η μουσική, οι εργαζόμενοι, τα καταστήματα και τα παιχνίδια υπηρετούσαν την ίδια αφήγηση. Εκεί βρισκόταν η μεγάλη διαφορά από το παραδοσιακό λούνα παρκ.

Την επόμενη ημέρα, 18 Ιουλίου, οι πόρτες άνοιξαν κανονικά για το κοινό. Και στις 8 Σεπτεμβρίου 1955, λιγότερο από δύο μήνες αργότερα, η Disneyland υποδεχόταν ήδη τον εκατομμυριοστό επισκέπτη. Η «Black Sunday» είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε υποσημείωση.

Σήμερα είναι εύκολο να κοιτάζουμε τη Disney και να φανταζόμαστε ότι η επιτυχία ήταν προδιαγεγραμμένη. Δεν ήταν. Στις 17 Ιουλίου 1955 ένας άνθρωπος είχε επενδύσει περιουσία, όνομα και καριέρα σε κάτι που κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα πετύχαινε. Και την ημέρα που το παρουσίασε στον κόσμο, μπήκαν χιλιάδες απρόσκλητοι, χάλασαν παιχνίδια, έκλεισε το Fantasyland και γυναίκες έχαναν τα τακούνια τους στην άσφαλτο.

Θα μπορούσε να ήταν η ημέρα που απέδειξε ότι οι επικριτές του είχαν δίκιο. Έγινε η ημέρα που απέδειξε ακριβώς το αντίθετο. Η Disneyland δεν γεννήθηκε τέλεια. Άνοιξε μέσα στο χάος και από την επόμενη κιόλας ημέρα άρχισε να γίνεται καλύτερη.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το ωραιότερο μάθημα από εκείνη τη 17η Ιουλίου του 1955: μερικές φορές δεν χρειάζεται να ανοίξεις τέλεια. Χρειάζεται απλώς να ανοίξεις.

Πηγές: Walt Disney Archives/D23, Disneyland Opening Day και Dateline Disneyland. HISTORY, Disneyland’s Glitch-Filled Opening Day.

*Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης της Κύπρου. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της κυπριακής ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν με τον μοναδικό του τρόπο.