Πριν αποκτήσουμε τη γνωστή σημαία με τον χάρτη της Κύπρου και τα δύο κλαδιά ελιάς, παραλίγο να μας βρει μια εντελώς διαφορετική: λευκό φόντο και στη μέση ένα τεράστιο κεραμιδί «Κ». Τελικά επικράτησε η πρόταση του Τουρκοκύπριου καλλιτέχνη Ισμέτ Γκιουνέι και η Κύπρος κατέγραψε μια παγκόσμια πρωτιά. Σαράντα οκτώ χρόνια αργότερα, το Κόσοβο έκανε κάτι εντυπωσιακά παρόμοιο. Μας αντέγραψε; Η ομοιότητα είναι μεγάλη, αλλά η ιστορία είναι πιο ενδιαφέρουσα από μια απλή αντιγραφή.
Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη*
Το 1960 η Κύπρος ετοιμαζόταν να γίνει ανεξάρτητο κράτος και, μαζί με Σύνταγμα, Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, υπουργεία και όλη την υπόλοιπη προίκα μιας νεογέννητης Δημοκρατίας, χρειαζόταν και σημαία. Μόνο που στην Κύπρο ακόμη και το χρώμα ενός κομματιού υφάσματος μπορούσε να εξελιχθεί σε εθνικό ζήτημα. Η νέα σημαία έπρεπε να είναι ουδέτερη: χωρίς το μπλε που παρέπεμπε στην Ελλάδα, χωρίς το κόκκινο που παρέπεμπε στην Τουρκία, χωρίς σταυρό και χωρίς ημισέληνο. Με απλά λόγια, πριν αποφασίσουμε τι θα βάλουμε πάνω στη σημαία μας, είχαμε ήδη αποφασίσει σχεδόν όλα όσα δεν μπορούσαμε να βάλουμε.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται μία από τις ωραιότερες υποσημειώσεις της κυπριακής ανεξαρτησίας. Πριν καταλήξουμε στη σημαία που γνωρίζουμε σήμερα, είχε προταθεί ένα εντυπωσιακά λιτό σχέδιο: λευκό φόντο και στη μέση ένα πελώριο κεραμιδί «Κ». Το σχέδιο συνδέεται με τη μεταβατική περίοδο του 1959, όταν η βρετανική αποικιακή διοίκηση ετοιμαζόταν να παραδώσει τη σκυτάλη στο νέο κράτος. Το «Κ» παρέπεμπε στην Κύπρο/Kypros και το χρώμα του στον χαλκό. Μακάριος και Φαζίλ Κιουτσούκ δεν το επέλεξαν. Και κάπως έτσι γλιτώσαμε να περάσουμε τις επόμενες δεκαετίες εξηγώντας στους ξένους γιατί η εθνική μας σημαία μοιάζει με το αρχικό του ονόματός μας.
Ακολούθησε ο διαγωνισμός για τη σημαία της νέας Δημοκρατίας και εκεί εμφανίστηκε ο άνθρωπος που τελικά θα άφηνε το σχέδιό του στην Ιστορία: ο Τουρκοκύπριος ζωγράφος, σκιτσογράφος και εκπαιδευτικός Ισμέτ Γκιουνέι. Από τις προτάσεις που υποβλήθηκαν επιλέχθηκε η δική του από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄, με τη συγκατάθεση του Τουρκοκύπριου Αντιπροέδρου Φαζίλ Κιουτσούκ. Η Κυπριακή Δημοκρατία καταγράφει επισήμως τόσο τον Γκιουνέι ως δημιουργό όσο και το γεγονός ότι κέρδισε τον σχετικό διαγωνισμό του 1960.
Η ιδέα του ήταν σχεδόν αφοπλιστικά απλή. Σε έναν τόπο όπου ο σταυρός θα παρέπεμπε στη μία κοινότητα και η ημισέληνος στην άλλη, όπου ακόμη και δύο χρώματα μπορούσαν να αποκτήσουν εθνική ταυτότητα, ο Γκιουνέι ζωγράφισε κάτι που δεν ανήκε αποκλειστικά σε κανέναν: την ίδια την Κύπρο. Ολόκληρη. Από τον Ακάμα μέχρι την Καρπασία. Και από κάτω δύο κλαδιά ελιάς.
Το αυθεντικό χειρόγραφο σχέδιο είναι ίσως η ωραιότερη εικόνα αυτής της ιστορίας. Δεν βλέπεις κάποιο αποστειρωμένο ψηφιακό γραφικό, αλλά τον χάρτη ζωγραφισμένο στο χέρι, τα κλαδιά της ελιάς από κάτω, τις σημειώσεις του δημιουργού και την υπογραφή του. Ένα σχέδιο πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί που έμελλε να γίνει το σύμβολο ενός ολόκληρου κράτους.
Ο συμβολισμός ήταν εξίσου προσεκτικός. Το λευκό φόντο συμβόλιζε την ειρήνη, όπως και τα δύο κλαδιά ελιάς, ενώ ο χάρτης απέκτησε το χρώμα του χαλκού, παραπέμποντας στα πλούσια κοιτάσματα και στη μακραίωνη σχέση της Κύπρου με το μέταλλο. Η σημαία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στις 16 Αυγούστου 1960, όταν ανακηρύχθηκε η ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία.
Και τότε η μικρή Κύπρος έκανε κάτι που κανένα άλλο ανεξάρτητο κράτος δεν είχε κάνει προηγουμένως. Έβαλε τον γεωγραφικό της χάρτη πάνω στην εθνική της σημαία. Δεν πρόκειται για δική μας υπερβολή ή για κάποιο σημαιολογικό trivia του διαδικτύου. Η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία καταγράφει επισήμως ότι η Κύπρος ήταν η πρώτη χώρα που ενσωμάτωσε τον χάρτη της στη σημαία της.
Σήμερα η επιλογή αυτή μας φαίνεται αυτονόητη επειδή γεννηθήκαμε βλέποντάς την. Το 1960, όμως, ήταν σχεδόν επαναστατική. Τα κράτη έβαζαν στις σημαίες τους σταυρούς, αστέρια, ήλιους, αετούς, λιοντάρια, στέμματα και άλλα σύμβολα. Εμείς, επειδή δεν μπορούσαμε εύκολα να συμφωνήσουμε σε κανένα από αυτά, βάλαμε… εμάς.
Και η ιστορία θα μπορούσε να τελειώσει εδώ, αν στις 17 Φεβρουαρίου 2008 δεν εμφανιζόταν στον παγκόσμιο χάρτη ένα νέο κράτος με μια σημαία που σε έναν Κύπριο προκαλεί ένα μικρό déjà vu: το Κόσοβο.
Μπλε φόντο, χρυσός χάρτης του Κοσόβου στη μέση και έξι λευκά αστέρια από πάνω. Σχεδόν μισό αιώνα μετά την Κύπρο, ένα ακόμη νέο κράτος αποφάσιζε να βάλει πάνω στη σημαία του το περίγραμμα της ίδιας του της επικράτειας. Η σημαία σχεδιάστηκε από τον Μουχαμέρ Ιμπραχίμι και υιοθετήθηκε την ίδια ημέρα που το Κόσοβο κήρυξε την ανεξαρτησία του. Τα έξι αστέρια συμβολίζουν τις κύριες κοινότητες του Κοσόβου.
Και εδώ γεννιέται η εύλογη κυπριακή ερώτηση: Μας αντέγραψαν;
Η ασφαλής ιστορική απάντηση είναι: δεν έχουμε τεκμήριο ότι ο σχεδιαστής του Κοσόβου αντέγραψε συνειδητά την κυπριακή σημαία. Δεν βρήκα αξιόπιστη πρωτογενή μαρτυρία του Ιμπραχίμι που να λέει «εμπνεύστηκα από την Κύπρο». Επομένως, θα ήταν ωραίο για την ιστορία μας, αλλά όχι έντιμο, να το παρουσιάσουμε ως γεγονός.
Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Το Κόσοβο το 2008 αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα που θυμίζει εντυπωσιακά την Κύπρο του 1960: έπρεπε να δημιουργήσει ένα νέο κρατικό σύμβολο χωρίς αυτό να ανήκει αποκλειστικά σε μία εθνική κοινότητα. Στον διαγωνισμό για τη σημαία ζητήθηκε να αποφεύγονται σύμβολα που θα ταύτιζαν το νέο κράτος με συγκεκριμένη εθνότητα. Σχεδόν χίλιες προτάσεις υποβλήθηκαν και οι τελικές επιλογές οδηγήθηκαν στην Εθνοσυνέλευση.
Οι Αλβανοί αποτελούσαν τη μεγάλη πλειονότητα, αλλά μια σημαία βασισμένη στον μαύρο δικέφαλο αετό της Αλβανίας θα έδινε στο νέο κράτος έντονα αλβανικό χαρακτήρα και θα δυσκόλευε την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως πολυεθνικό κράτος. Έτσι η λύση ήταν πάλι η γεωγραφία: όταν τα εθνικά σύμβολα χωρίζουν, βάζεις τον χάρτη. Ο ίδιος ο Ιμπραχίμι εξήγησε ότι ο χάρτης αντιπροσώπευε το Κόσοβο, ενώ τα λευκά αστέρια τις κοινότητες που ζουν σε αυτό, όλες ισότιμες.
Και εδώ βρίσκεται η εκπληκτική συγγένεια των δύο σημαιών. Η Κύπρος του 1960 και το Κόσοβο του 2008 δεν είχαν απλώς την ίδια σχεδιαστική έμπνευση. Είχαν το ίδιο πολιτικό πρόβλημα: πώς φτιάχνεις μια σημαία για έναν τόπο όπου τα προφανή εθνικά σύμβολα δεν μπορούν να γίνουν κοινά σύμβολα όλων;
Η Κύπρος απάντησε πρώτη: βάζεις το νησί.
Το Κόσοβο, σαράντα οκτώ χρόνια αργότερα, απάντησε σχεδόν το ίδιο: βάζεις τη χώρα.
Άρα, αν θέλουμε να το πούμε κυπριακά, μπορούμε να πειράξουμε τους Κοσοβάρους ότι άργησαν 48 χρόνια να ανακαλύψουν την ιδέα μας. Ιστορικά όμως το ακριβέστερο είναι ότι δύο νέα κράτη, γεννημένα μέσα από εθνοτικές και πολιτικές αντιθέσεις, οδηγήθηκαν ανεξάρτητα στην ίδια εξαιρετικά σπάνια λύση: αντί να επιλέξουν ποια κοινότητα θα συμβολίζει τη χώρα, έβαλαν πάνω στη σημαία την ίδια τη χώρα.
Και εδώ η κυπριακή σημαία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Το 1960 ένας Τουρκοκύπριος καλλιτέχνης σχεδίασε για ένα κράτος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μια σημαία με ολόκληρη την Κύπρο και δύο κλαδιά ελιάς. Τρία χρόνια αργότερα άρχισαν οι διακοινοτικές συγκρούσεις. Το 1974 ακολούθησαν το πραξικόπημα, η τουρκική εισβολή και η de facto διαίρεση. Η Πράσινη Γραμμή πέρασε μέσα από πόλεις, χωριά, δρόμους, χωράφια και ανθρώπινες ζωές.
Υπήρξε όμως ένα μέρος όπου δεν κατάφερε ποτέ να περάσει.
Ο χάρτης πάνω στη σημαία.
Εξήντα έξι χρόνια μετά την ανεξαρτησία, η κυπριακή σημαία εξακολουθεί να παρουσιάζει το νησί ολόκληρο. Χωρίς γραμμή στη μέση, χωρίς οδοφράγματα, χωρίς συρματοπλέγματα και χωρίς νεκρή ζώνη. Και από κάτω εξακολουθούν να βρίσκονται εκείνα τα δύο κλαδιά ελιάς, λες και περιμένουν υπομονετικά από το 1960 να δικαιωθεί κάποτε ο συμβολισμός τους.
Και να σκεφτεί κανείς ότι παραλίγο, αντί για όλα αυτά, να μας έμενε ένα τεράστιο «Κ».

Πηγές: Κυπριακή Δημοκρατία, Κύπρος, Ξέρετε ότι… — επίσημη αναφορά για την παγκόσμια πρωτιά της Κύπρου, τον Ισμέτ Γκιουνέι και τον συμβολισμό της σημαίας./Κυπριακή Δημοκρατία, Η Κύπρος με μια ματιά — στοιχεία για τα χρώματα και τον συμβολισμό της σημαίας./Flags of the World — ιστορικά στοιχεία για τον διαγωνισμό και την υιοθέτηση της σημαίας του Κοσόβου, καθώς και δηλώσεις του σχεδιαστή Μουχαμέρ Ιμπραχίμι για τον συμβολισμό της.
*Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης της Κύπρου. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της κυπριακής ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν με τον μοναδικό του τρόπο.




