Μια ξαφνική νεροποντή πήρε μέσα σε λίγα λεπτά τον μόχθο μιας ολόκληρης χρονιάς. Ο μικρός Νίκος Καζαντζάκης έτρεξε στον πατέρα του για να του αναγγείλει την καταστροφή. Εκείνος αποκρίθηκε με λίγες λέξεις που ο γιος του δεν ξέχασε ποτέ. Η σταφίδα χάθηκε. Η απάντηση όμως έμεινε: ένας μικρός κώδικας για όσα χάνουμε, για όσα αντέχουμε και κυρίως για όσα δεν πρέπει να επιτρέψουμε ποτέ να χαθούν μαζί τους.
Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη*
Ήταν Δεκαπενταύγουστος.
Οι εργάτες δεν δούλευαν και η σταφίδα της χρονιάς ήταν απλωμένη στους οψιγιάδες κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο. Ο Αύγουστος ήταν για τον μικρό Καζαντζάκη ένας μήνας σχεδόν ιερός. Στη φαντασία του τον είχε μεταμορφώσει σε «Άγιο Αύγουστο», έναν χωριάτη μέσα στο πατητήρι, ξυπόλυτο, με τα πόδια κόκκινα από τον μούστο και το κεφάλι στεφανωμένο με κληματόφυλλα.
Εκείνη τη μέρα στον ορίζοντα φάνηκε ένα σύννεφο. Οι άνθρωποι άρχισαν να ανησυχούν. Κάποιος φοβήθηκε πως ερχόταν κατακλυσμός. Ένας γέρος τον αποπήρε. Ήταν η μέρα της Παναγίας· δεν θα το άφηνε, είπε.
Το σύννεφο όμως μεγάλωσε και η βροχή ξέσπασε. Οι άνθρωποι έτρεξαν προς τα αμπέλια. Γυναίκες μπήκαν στα νερά προσπαθώντας να περισώσουν τη σταφίδα, άλλοι φώναζαν, άλλοι θρηνούσαν, άλλοι επικαλούνταν την Παναγία. Ο μόχθος μιας ολόκληρης χρονιάς χανόταν μέσα σε λίγα λεπτά.
Ο μικρός Νίκος πέρασε από τον οψιγιά και είδε ότι η δική τους σταφίδα είχε καταστραφεί. Έτρεξε στο σπίτι αναρωτώμενος πώς θα αντιδρούσε ο πατέρας του. Θα έκλαιγε; Θα φώναζε; Θα βλαστημούσε;
Τον βρήκε ακίνητο στο κατώφλι, με τη μητέρα του να κλαίει πίσω του.
«Πατέρα, πάει η σταφίδα μας!»
Κι εκείνος αποκρίθηκε:
«Εμείς δεν πάμε… σώπα!»
Εκεί, για μένα, τελειώνει η ιστορία της σταφίδας και αρχίζει η ιστορία του ανθρώπου.

Ο πατέρας δεν αρνείται αυτό που συνέβη. Δεν προσποιείται ότι η ζημιά είναι μικρή και δεν καταφεύγει στην εύκολη παρηγοριά ότι όλα θα πάνε καλά. Η σταφίδα χάθηκε. Αυτό είναι γεγονός. Εκείνο που αρνείται είναι να επιτρέψει σε αυτό που χάθηκε έξω από τον ίδιο να παρασύρει και όσα υπάρχουν μέσα του.
Άλλο αυτό που χάνω και άλλο αυτό που είμαι.
Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται μια από τις δυσκολότερες κατακτήσεις της ζωής. Γιατί εύκολα συγχέουμε τον εαυτό μας με όσα αποκτήσαμε στην πορεία. Τη δουλειά μας, τη θέση μας, μια επιχείρηση, ένα σπίτι, μια σχέση, έναν γάμο, την αποδοχή των άλλων, ένα σχέδιο που θεωρούσαμε δεδομένο. Και όταν ένα από αυτά χαθεί, υπάρχει ο κίνδυνος να πιστέψουμε ότι μαζί του χάθηκε και ένα μέρος της αξίας μας.
Μα όλα αυτά είναι τα κλαδιά μας. Δεν είναι οι ρίζες μας.
Κανείς μας δεν κρατά συνεχώς το τιμόνι της ζωής του. Υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να αλλάξουμε και άλλα μπροστά στα οποία, όσο κι αν παλέψουμε, θα βρεθούμε κάποια στιγμή ανίσχυροι. Δεν μπορούμε να διατάξουμε τον ουρανό να μη βρέξει. Δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε έναν άνθρωπο να μείνει. Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από κάθε προσπάθεια να επιτύχει επειδή κοπιάσαμε γι’ αυτήν. Ούτε μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω για να ξαναγράψουμε όσα έχουν ήδη συμβεί.
Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε τι από όλα αυτά θα επιτρέψουμε να πάρουν μαζί τους.
Αυτό είναι για μένα το μεγαλείο της απάντησης του πατέρα. Δεν μιλά για αξιοπρέπεια. Την ενσαρκώνει.
Όλοι έχουμε κάποια στιγμή τη δική μας «σταφίδα». Κάτι στο οποίο δώσαμε χρόνο, κόπο, αγάπη, χρήμα, όνειρα ή χρόνια από τη ζωή μας. Και κάποτε μπορεί να έρθει η μπόρα.
Τότε ασφαλώς τρέχουμε. Παλεύουμε. Προσπαθούμε να σώσουμε ό,τι σώζεται. Υπάρχει όμως και μια στιγμή όπου πρέπει να έχουμε τη σοφία να καταλάβουμε πως κάτι τελείωσε. Γιατί διαφορετικά μπορεί η βροχή να έχει προ πολλού σταματήσει κι εμείς να εξακολουθούμε να στεκόμαστε μέσα στα νερά προσπαθώντας να περισώσουμε κάτι που δεν υπάρχει πια.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως η σκληρότερη αλήθεια: η ζωή δεν μας χρωστά αποτέλεσμα.
Μπορεί να εργαστήκαμε και να μην πετύχαμε. Να αγαπήσαμε και να μη μας αγάπησαν όπως περιμέναμε. Να σταθήκαμε τίμια και να μας αδίκησαν. Να δώσαμε περισσότερα απ’ όσα πήραμε. Να κάναμε ό,τι θεωρούσαμε σωστό και πάλι να χάσαμε.
Το ότι χάσαμε όμως δεν σημαίνει ότι χαθήκαμε.
Και το «σώπα» δεν το ακούω ως προσταγή να μην πονέσουμε. Ο πόνος είναι ανθρώπινος. Το ακούω περισσότερο σαν εκείνη τη στιγμή που πρέπει να πεις στον ίδιο σου τον εαυτό: αρκετά. Η συμφορά πήρε ήδη αυτό που πήρε. Μην της δώσεις κι άλλα. Μην της παραδώσεις την αξιοπρέπειά σου, την κρίση σου, την πίστη σου στον εαυτό σου, την ικανότητά σου να ξαναρχίσεις.
Ο ίδιος ο Καζαντζάκης κράτησε από εκείνη τη σκηνή αυτό που ονόμασε την «αξιοπρέπεια του ανθρώπου».
Εγώ κρατώ κάτι ακόμη.
Κρατώ το:
«Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε, σώπα».
Και το μεταφέρω σε μια εικόνα που καταλαβαίνω από παιδί, σε ένα δέντρο που κουβαλά μέσα του σχεδόν ολόκληρη τη Μεσόγειο και που έμαθε να επιβιώνει όχι επειδή κανείς δεν το πλήγωσε, αλλά επειδή η πραγματική του δύναμη βρίσκεται εκεί όπου δεν φαίνεται:
«Είμαστε σαν τις ελιές. Όποιος θέλει ας μας κλαδέψει· φτάνει που οι ρίζες μας είναι βαθιές. Θα ξαναπολίσουμε. Ξανά και ξανά.»
Η ελιά είναι ο άνθρωπος.

Το κλάδεμα είναι οι συμφορές, οι απώλειες, οι αποχωρισμοί και οι δοκιμασίες. Όλα όσα μπορούν να μας αφαιρέσουν κλαδιά, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να φτάσουν μέχρι τη ρίζα.
Και οι ρίζες είναι όλα εκείνα που αποκτήθηκαν δύσκολα και δεν φαίνονται εύκολα στους άλλους: η γνώση, η σοφία, η εμπειρία. Όσα μάθαμε και, ίσως ακόμη περισσότερο, όσα πάθαμε. Τα λάθη που πληρώσαμε, οι άνθρωποι που γνωρίσαμε, οι δρόμοι που πήραμε λάθος, οι φορές που πέσαμε και αναγκαστήκαμε να σηκωθούμε λίγο διαφορετικοί από πριν.
Ύστερα υπάρχει το «πολίζω».
Μια υπέροχη λέξη της κυπριακής λαϊκής γλώσσας για το δέντρο που, μετά το κλάδεμα, ξαναβλαστά. Για λίγο το βλέπεις γυμνό και σχεδόν λυπάσαι τη μορφή του. Μα η εικόνα σε ξεγελά. Γιατί κάτω από τη γη υπάρχει ακόμη ζωή.
Υπάρχει ρίζα.
Και όσο υπάρχει ρίζα, υπάρχει επιστροφή.
Αυτό ίσως αξίζει περισσότερο να κρατήσουμε από την ιστορία του Καζαντζάκη. Όχι ότι πρέπει να είμαστε άτρωτοι. Δεν είμαστε. Ούτε ότι πρέπει να μη λυγίζουμε. Θα λυγίσουμε πολλές φορές. Αλλά ότι δεν είμαστε μόνο όσα φαίνονται πάνω από τη γη.
Γι’ αυτό δεν φοβάμαι τόσο το κλάδεμα.
Φοβάμαι περισσότερο τη ρηχή ρίζα.
Γιατί αν οι ρίζες είναι βαθιές, μπορούν να μας πάρουν κλαδιά. Μπορούν να αλλάξουν τη μορφή μας. Μπορεί κάποτε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας και να μη μοιάζει καθόλου με εκείνον που ήταν πριν από τη συμφορά.
Αλλά θα είμαστε ακόμη εκεί.
Και θα ξαναπολίσουμε.
Ξανά και ξανά.
Καλό θερινό Πάσχα σε όλους…
«Εμείς δεν πάμε… σώπα!»
Πηγές: Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, Δ΄ κεφάλαιο, η αφήγηση του «Αγίου Αυγούστου» και της νεροποντής την ημέρα της Κοίμησης της Θεοτόκου.
*Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν.




