Το 431 π.Χ. ο Ευριπίδης έβαλε στη σκηνή έναν γάμο που κάποτε είχε αγάπη και τώρα είχε γίνει εχθρότητα. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα αλλάξαμε σπίτια, κοινωνίες, νόμους και τρόπους ζωής. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι αλλάξαμε τόσο πολύ τον τρόπο με τον οποίο δύο άνθρωποι μπορούν να παραμένουν μαζί ακόμη και όταν αυτό που κάποτε τους ένωνε έχει προ πολλού πεθάνει.

Τους παρατηρώ καμιά φορά σε ένα εστιατόριο, σε ένα αεροδρόμιο, στο σουπερμάρκετ ή μέσα σε ένα αυτοκίνητο περιμένοντας να ανάψει πράσινο. Ζευγάρια περασμένης μέσης ηλικίας, παντρεμένα ίσως τριάντα, σαράντα ή πενήντα χρόνια. Δεν μαλώνουν, δεν φωνάζουν, δεν φαίνονται καν απαραιτήτως δυστυχισμένα. Κι όμως, ορισμένα μου δίνουν την παράξενη εντύπωση ότι δεν υπάρχει πλέον τίποτε ζωντανό ανάμεσά τους. Και τότε μου έρχεται μια μάλλον σκληρή σκέψη: μήπως ορισμένοι γάμοι φτάνουν κάποτε σε κάτι που θα μπορούσαμε, μεταφορικά, να ονομάσουμε «τρίτο στάδιο συζυγικού καρκίνου»; Δεν έχουν πεθάνει ακόμη επισήμως, αλλά κάτι μέσα τους πεθαίνει λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο οργανισμός εξακολουθεί να λειτουργεί. Το σπίτι συντηρείται, οι λογαριασμοί πληρώνονται, το φαγητό μπαίνει στο τραπέζι, τα παιδιά έχουν μεγαλώσει και πιθανόν έχουν έρθει και εγγόνια. Γιορτάζονται Χριστούγεννα, Πάσχα, γενέθλια και επέτειοι και βγαίνει ακόμη η οικογενειακή φωτογραφία. Εξωτερικά όλα βρίσκονται στη θέση τους. Μόνο που ο γάμος μπορεί να έχει μετατραπεί σε μια μικρή εταιρεία διαχείρισης της καθημερινότητας. «Πήρες ψωμί;», «Τι ώρα θα έρθεις;», «Πλήρωσες την ασφάλεια;», «Τι θα φάμε αύριο;». Και κάπως έτσι μπορούν να περάσουν άλλα δέκα χρόνια.

Ο Ευριπίδης το είχε δει πριν από περίπου δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Στις πρώτες κιόλας γραμμές της «Μήδειας», η Τροφός θυμάται ότι η Μήδεια και ο Ιάσονας κάποτε ζούσαν σε συμφωνία, για να ανακοινώσει αμέσως μετά την τρομακτική ανατροπή: η σχέση τους έχει καταρρεύσει και η αγάπη έχει μεταστραφεί σε σύγκρουση. Αργότερα η ίδια η Μήδεια μιλά για το πόσο οδυνηρή μπορούσε να γίνει η ζωή όταν μια γυναίκα βρισκόταν δεμένη με έναν κακό σύζυγο και η έξοδος από τον γάμο ήταν κοινωνικά και πρακτικά εξαιρετικά δύσκολη. Η Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. φυσικά δεν είναι η κοινωνία του 2026. Η ανθρώπινη ερώτηση όμως παραμένει αναγνωρίσιμη: τι κάνεις όταν εκείνο που κάποτε επέλεξες έγινε εκείνο από το οποίο τώρα φοβάσαι να φύγεις;

Κάπως έτσι μου έρχεται και μια δεύτερη, ακόμη σκληρότερη εικόνα. Δύο καταδικασμένοι σε θάνατο, αλυσοδεμένοι από τους αστραγάλους ο ένας με τον άλλο. Και οι δύο μπορούν ακόμη να περπατήσουν, αλλά κανένας δεν μπορεί να απομακρυνθεί χωρίς να σύρει μαζί του τον άλλο. Περιμένουν την ίδια κατάληξη, δεμένοι με την ίδια αλυσίδα, μόνο που δεν γνωρίζουν πόσο ακόμη θα κρατήσει η αναμονή. Στον γάμο βέβαια η αλυσίδα δεν είναι από σίδερο. Λέγεται σπίτι, παιδιά, εγγόνια, οικονομικά, κοινή περιουσία, κοινωνικός περίγυρος, συνήθεια και δεκαετίες κοινών αναμνήσεων. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ένας όρος από τον κόσμο της φυλακής που ταιριάζει ανατριχιαστικά στη μεταφορά: institutionalised — ιδρυματοποιημένος.

Η ιδρυματοποίηση είναι ένα γνωστό φαινόμενο της μακρόχρονης φυλάκισης. Ο κρατούμενος μπορεί σταδιακά να προσαρμοστεί τόσο βαθιά στους κανόνες, στη ρουτίνα, στην προβλεψιμότητα και στους περιορισμούς του ιδρύματος, ώστε η ζωή έξω από αυτό να αρχίσει να του προκαλεί ανασφάλεια. Δεν υπάρχει ένα μαγικό χρονικό σημείο, δύο ή τρία χρόνια, μετά το οποίο αυτό συμβαίνει αυτομάτως σε όλους. Το σημαντικότερο όμως είναι το παράδοξο: ένας άνθρωπος μπορεί να συνηθίσει τόσο πολύ τον εγκλωβισμό, ώστε κάποτε να φοβάται την ελευθερία περισσότερο από το κελί που γνωρίζει.

Μήπως κάτι ανάλογο, χωρίς φυσικά να εξισώνουμε έναν γάμο με πραγματική φυλάκιση, μπορεί να συμβεί και σε μια σχέση που έχει χάσει προ πολλού τη ζωή της; Μετά από τριάντα ή σαράντα χρόνια δεν είσαι δεμένος μόνο με έναν άνθρωπο. Είσαι δεμένος με ολόκληρο το σύστημα της κοινής ζωής. Ξέρεις ποιος κάθεται πού, ποιος πληρώνει τι, τι θα γίνει την Κυριακή, πού θα πάτε τα Χριστούγεννα, ποιος θα τηλεφωνήσει στα παιδιά και τι ώρα θα ανάψει η τηλεόραση. Και κάποια στιγμή ίσως δεν ξέρεις πλέον αν μένεις επειδή αγαπάς ή επειδή έχεις γίνει institutionalised μέσα στον ίδιο σου τον γάμο.

Αυτό ίσως είναι το πιο παράξενο. Η πόρτα μπορεί να είναι πλέον ορθάνοιχτη και παρ’ όλα αυτά να μην περνάς το κατώφλι. Στα τριάντα την ανοίγεις και λες «έχω μια ζωή μπροστά μου». Στα εξήντα μπορεί να κοιτάζεις την ίδια πόρτα και να αναρωτιέσαι τι ακριβώς υπάρχει από την άλλη πλευρά. Και τελικά μένεις όχι επειδή κάποιος σε κρατάει μέσα, αλλά επειδή ύστερα από τόσα χρόνια δεν είσαι καθόλου βέβαιος ότι θυμάσαι πώς είναι να ζεις έξω.

Θα ήταν όμως άδικο και επιπόλαιο να κοιτάζουμε κάθε ζευγάρι μεγαλύτερης ηλικίας που κάθεται σιωπηλό και να αποφασίζουμε ότι ο γάμος του πέθανε. Μπορεί να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ύστερα από είκοσι, σαράντα ή και πενήντα χρόνια, η σιωπή μπορεί να είναι η βαθύτερη μορφή οικειότητας. Να σου βάζει μια χούφτα γιασεμί κάτω από το μαξιλάρι για να το βρεις το βράδυ και να μοσχομυρίζει ο ύπνος σου, να σε φιλάει καληνύχτα και να αποκοιμιέστε αγκαλιασμένοι, να είναι η πρώτη αγκαλιά και το πρώτο φιλί το πρωί πριν ακόμη σηκωθείτε από το κρεβάτι, σαν να επαναφορτίζετε ο ένας τον άλλο για την ημέρα που αρχίζει. Να σου ετοιμάζει το πρωινό σου ρόφημα όπως ακριβώς ξέρει ότι το θέλεις. Μικρές τελετουργίες που για έναν τρίτο μπορεί να μη σημαίνουν τίποτε, αλλά για δύο ανθρώπους μπορούν να αποτελούν ολόκληρη τη γλώσσα μιας ζωής. Γιατί υπάρχουν πράγματα που ύστερα από τόσα χρόνια δεν χρειάζεται πια να λέγονται, γίνονται. Αυτό δεν είναι θάνατος του έρωτα. Είναι ίσως η ωριμότερη μορφή του. 

Η ίδια επανάληψη μπορεί να γίνει είτε ιδρυματοποίηση είτε τελετουργία αγάπης. Η διαφορά είναι αν μέσα της υπάρχει ακόμη συναίσθημα.

Υπάρχουν όμως και οι άλλοι γάμοι. Εκείνοι στους οποίους κάποτε περίμενες να ακούσεις το κλειδί του άλλου στην πόρτα και τώρα το ακούς χωρίς να αισθάνεσαι τίποτε. Κάποτε είχες δέκα πράγματα να του διηγηθείς και τώρα μπορεί να περάσει ολόκληρη ημέρα και το σημαντικότερο πράγμα που ειπώθηκε μεταξύ σας να είναι ότι τελείωσε το γάλα. Δεν υπάρχει μίσος, ίσως ούτε θυμός. Υπάρχει κάτι πιθανόν χειρότερο: αδιαφορία. Ο άνθρωπος που κάποτε μπορούσε με μία λέξη να σου αλλάξει ολόκληρη τη μέρα έχει μετατραπεί σε έναν απολύτως προβλέψιμο συγκάτοικο.

Και εδώ ίσως βρίσκεται ένα λάθος που κάνουμε συχνά όταν μιλάμε για «επιτυχημένους γάμους». Μετράμε χρόνια. Είκοσι πέντε χρόνια, αργυροί γάμοι. Πενήντα χρόνια, χρυσοί γάμοι. Εξήντα χρόνια μαζί και χειροκροτούμε. Αλλά η διάρκεια από μόνη της δεν αποδεικνύει ευτυχία. Και μια ποινή φυλάκισης μπορεί να διαρκέσει πενήντα χρόνια. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσα χρόνια κατάφεραν δύο άνθρωποι να παραμείνουν κάτω από την ίδια στέγη. Είναι αν μέσα σε αυτά τα χρόνια παρέμειναν ζωντανοί ο ένας για τον άλλο.

Αν εξακολουθούν να γελούν μαζί, αν έχουν ακόμη κάτι να διηγηθούν, αν ενδιαφέρονται πραγματικά για το τι σκέφτεται ο άλλος, αν μπορούν ακόμη να εκπλήξουν ο ένας τον άλλο, αν μπορούν να είναι χωριστά χωρίς ανασφάλεια και να επιστρέφουν μαζί από επιλογή. Ίσως εκεί βρίσκεται ο πραγματικός ορισμός ενός ζωντανού γάμου. Όχι στο «δεν έφυγα ποτέ», αλλά στο πολύ δυσκολότερο και πολύ ωραιότερο: «Μπορούσα να φύγω και σήμερα, ακόμη μία φορά, επέλεξα εσένα».

Ο Ευριπίδης χρειάστηκε μια ολόκληρη τραγωδία για να δείξει πού μπορεί να οδηγήσει ένας γάμος όταν η αγάπη μετατρέπεται σε εχθρότητα. Στη δική μας καθημερινότητα συνήθως δεν υπάρχει σκηνή, Χορός ούτε από μηχανής θεός. Υπάρχει ένα σπίτι, δύο πολυθρόνες, μια τηλεόραση που παίζει και δύο άνθρωποι που κάποτε ερωτεύτηκαν. Υπάρχουν γάμοι που τελειώνουν με ένα διαζύγιο. Υπάρχουν όμως και άλλοι που δεν τελειώνουν ποτέ επισήμως. Απλώς κάποια στιγμή πεθαίνουν και οι δύο άνθρωποι συνεχίζουν για χρόνια να κατοικούν μέσα στο κουφάρι τους.

Και ίσως τελικά αυτή να είναι η τραγικότερη μορφή χωρισμού: να μην μπορέσεις ποτέ να αποχαιρετήσεις τον άνθρωπο που έχασες, επειδή κάθεται ακόμη απέναντί σου.

Αφιερωμένο στην Ευφροσύνη..και στην ευφροσύνη όλου του κόσμου. Στην αρχαία ελληνική γλώσσα, εὐφροσύνη είναι η χαρά, η αγαλλίαση, η ευθυμία της ψυχής· από το «εὖ» και τη «φρήν», τον νου και την ψυχή. Ίσως τελικά αυτό να αξίζει να αναζητά ο καθένας μας: όχι απλώς κάποιον με τον οποίο θα γεράσει, αλλά κάποιον δίπλα στον οποίο δεν θα ξεχάσει πώς είναι να χαίρεται που ζει.

Υ.Γ. Δις παντρεμένος, δις χωρισμένος. Τρις ευφροσυνισμένος (ευτυχισμένος).

Πηγές: Ευριπίδης, «Μήδεια», 431 π.Χ., ιδίως στ. 1–20 και 214–250. Craig Haney, The Psychological Impact of Incarceration: Implications for Post-Prison Adjustment, U.S. Department of Health and Human Services. John Gottman & Nan Silver, The Seven Principles for Making Marriage Work. Robert J. Sternberg, A Triangular Theory of Love, Psychological Review, 1986.