10 Αυγούστου 1974. Στη Γενεύη διαπραγματεύονταν την τύχη της Κύπρου. Την ίδια ώρα, στην Κερύνεια των τουρκικών βομβαρδισμών, ένας Άγγλος που διέμενε εκεί προσπαθούσε να πουλήσει το αυτοκίνητό του και να φύγει. Ζήτησε 20 λίρες. Τελικά δέχθηκε πέντε μπουκάλες μπίρα. Μια μικρή είδηση που, μισό αιώνα αργότερα, δεν διαβάζεται ως ανέκδοτο αλλά ως ένα παράξενο, ανθρώπινο απομεινάρι εκείνων των ημερών.
Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη
Στη μία πλευρά, η Γενεύη. Υπουργοί, αντιπροσωπείες, προτάσεις και διαπραγματεύσεις για την τύχη ενός ολόκληρου νησιού. Στην άλλη, η Κερύνεια. Ένας Άγγλος, ένα αυτοκίνητο και η αγωνία να φύγει «από στιγμή σε στιγμή». Δύο διαπραγματεύσεις ασύγκριτες μεταξύ τους, που όμως βρέθηκαν στις σελίδες της ίδιας εφημερίδας, την ίδια ημέρα.
Στις 10 Αυγούστου 1974 ο «Αγών» κατέγραφε την αγωνία γύρω από τη Γενεύη και τις εξελίξεις που μπορούσαν να καθορίσουν το μέλλον της Κύπρου. Ανάμεσα όμως στις μεγάλες ειδήσεις της διπλωματίας και του πολέμου υπήρχε μια μικρή στήλη με έναν τίτλο που δύσκολα ξεχνιέται: «Αντήλλαξε για μια μπύρα το αυτοκίνητό του».
Ο Άγγλος της Κερύνειας
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ένας Άγγλος πολίτης που διέμενε στην Κερύνειααναζητούσε κατά τη διάρκεια των τουρκικών βομβαρδισμών αγοραστή για το αυτοκίνητό του. Ήθελε να το πουλήσει «όσα-όσα», καθώς επρόκειτο, όπως έγραφε χαρακτηριστικά η εφημερίδα, να αναχωρήσει «εκ της κολάσεως από στιγμή σε στιγμή».
Ζήτησε 20 λίρες. Αγοραστής δεν βρέθηκε.
Τότε εμφανίστηκε ένας Σουηδός ειρηνευτής. Αντί να δεχθεί την τιμή, έκανε τη δική του αντιπρόταση: πέντε μπουκάλες μπίρα. Ο Άγγλος συμφώνησε και, όπως σημείωνε ο «Αγών», «η πράξις της αγοράς του αυτοκινήτου είχε κλείσει».
Η συνέχεια είχε μια πικρή ειρωνεία. Μόλις έγινε γνωστή η συναλλαγή, παρουσιάστηκαν άλλοι ξένοι που ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν το αυτοκίνητο από τον Σουηδό. Εκείνος που βιαζόταν να φύγει δεν είχε βρει αγοραστή. Εκείνος που μπορούσε πλέον να περιμένει, βρήκε.
Άλλο να πουλάς επειδή θέλεις και άλλο να πουλάς επειδή πρέπει να φύγεις.
Η μία μπίρα του τίτλου
Η συμφωνία αφορούσε πέντε μπουκάλες, παρότι ο τίτλος του «Αγώνα» μιλούσε για μία. Η εξήγηση βρισκόταν στο τέλος του δημοσιεύματος. Κατά την αναχώρησή του, ο Άγγλος ήπιε την μπίρα που του πρόσφερε ο Σουηδός και, όπως έγραφε η εφημερίδα, αντιμετώπισε την κατάσταση με το «γνωστόν αγγλικόν χιούμορ».
Και κάπου εδώ η ιστορία, που για λίγες γραμμές μοιάζει παράξενη ή ακόμη και κωμική, αλλάζει πρόσωπο.
Γιατί δεν είναι πραγματικά μια ιστορία για ένα αυτοκίνητο που πουλήθηκε φθηνά. Είναι μια ιστορία για έναν άνθρωπο που έπρεπε να φύγει.
Όταν τα πράγματα μένουν πίσω
Όποιος κουβαλά τη μνήμη του 1974 γνωρίζει ότι η πιο βαριά λέξη στο δημοσίευμα δεν είναι ούτε «αυτοκίνητο», ούτε «20 λίρες», ούτε «μπίρα».
Είναι το «αναχωρήσει».
Εκείνο το καλοκαίρι χιλιάδες άνθρωποι έφυγαν από τα σπίτια τους χωρίς να γνωρίζουν ότι για πολλούς η αναχώρηση θα γινόταν προσφυγιά. Πίσω έμειναν σπίτια με τις πόρτες κλεισμένες όπως-όπως, οικογενειακές φωτογραφίες, ρούχα στις ντουλάπες, αυτοκίνητα, μαγαζιά, χωράφια, αντικείμενα μιας ολόκληρης ζωής. Πράγματα που μέχρι την προηγουμένη είχαν τιμή και αξία και ξαφνικά δεν μπορούσαν ούτε να πουληθούν ούτε να παρθούν μαζί.
Γι’ αυτό και οι πέντε μπίρες δεν μας λένε πόσο άξιζε εκείνο το αυτοκίνητο. Μας λένε κάτι άλλο: πόσο λίγο αξίζει η περιουσία τη στιγμή που ο χρόνος για να φύγεις τελειώνει.
Η μεγάλη και η μικρή Ιστορία
Εκεί βρίσκεται και η δύναμη του παλιού φύλλου του «Αγώνα». Την ίδια ημέρα που στη Γενεύη διαπραγματεύονταν την τύχη της Κύπρου, στην Κερύνεια ένας άνθρωπος έκανε τη δική του μικρή διαπραγμάτευση για κάτι που μέχρι πριν από λίγες ημέρες θα αποτελούσε απλώς μέρος της καθημερινότητάς του.
Η μία αφορούσε ένα κράτος. Η άλλη ένα αυτοκίνητο. Πίσω όμως και από τις δύο βρισκόταν η ίδια πραγματικότητα: ο πόλεμος είχε μπει στις ζωές των ανθρώπων και τίποτε δεν είχε πια την αξία που είχε πριν.
Πενήντα δύο χρόνια αργότερα δεν γνωρίζουμε το όνομα του Άγγλου. Δεν γνωρίζουμε τη μάρκα του αυτοκινήτου, ούτε τι απέγινε ο Σουηδός που το αγόρασε. Ίσως το αυτοκίνητο να χάθηκε κι αυτό κάπου μέσα στις ανατροπές εκείνου του καλοκαιριού.
Έμειναν μόνο λίγες αράδες κιτρινισμένου χαρτιού.
Και ίσως γι’ αυτό αξίζει να τις ξαναδιαβάζουμε.
Όχι για να χαμογελάσουμε με το αυτοκίνητο που ανταλλάχθηκε με πέντε μπουκάλες μπίρα, αλλά για να θυμηθούμε πόσο γρήγορα μπορεί να χωριστεί η ζωή σε δύο εποχές: σε όσα είχες πριν και σε όσα πρόλαβες να πάρεις μαζί σου μετά.
Γιατί τελικά αυτή δεν είναι η ιστορία ενός αυτοκινήτου.
Είναι η ιστορία της στιγμής που ένας άνθρωπος αποφασίζει ότι τίποτε από όσα αφήνει πίσω δεν αξίζει περισσότερο από το να προλάβει να φύγει.
_1786422180.png)


Πηγή: Αρχείο Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, εφημερίδα «Αγών», 10 Αυγούστου 1974, δημοσίευμα «Αντήλλαξε για μια μπύρα το αυτοκίνητό του».
*Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης της Κύπρου. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της κυπριακής ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν.




