Κάποτε, για να θεωρείται μια οκά σωστή, έπρεπε να έχει και τα τετρακόσια δράμια της. Ούτε 399 ούτε, βέβαια, 300. Από αυτή την απλή αριθμητική της παλιάς ζυγαριάς γεννήθηκε μια έκφραση που επέζησε της ίδιας της οκάς: «τα έχει τετρακόσια». Μια φράση που σήμερα χρησιμοποιούμε για κάποιον που έχει σώας τας φρένας, αντιλαμβάνεται πολύ καλά τι συμβαίνει γύρω του και, με δυο λόγια, «τα έχει όλα».
Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη*
Πριν από τα κιλά και τα γραμμάρια, υπήρχαν οι οκάδες και τα δράμια. Για πολλές γενιές Κυπρίων αυτά δεν αποτελούσαν περίεργες παλιές λέξεις, αλλά το καθημερινό σύστημα με το οποίο αγόραζαν, πουλούσαν και υπολόγιζαν σχεδόν τα πάντα.
Στο μπακάλικο δεν ζητούσες ένα κιλό ζάχαρη. Ζητούσες μια οκά. Δεν αγόραζες 250 γραμμάρια καφέ, αλλά μερικά δράμια. Ο μπακάλης έβαζε το προϊόν στη ζυγαριά, πρόσθετε ή αφαιρούσε μέχρι να ισορροπήσει και ο πελάτης ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να πάρει.
Και ο βασικός κανόνας ήταν ένας:
400 δράμια = 1 οκά.
Στην περίπτωση της Κύπρου δεν πρόκειται απλώς για κάτι που διασώθηκε από στόμα σε στόμα. Η σχέση αυτή είχε καθοριστεί επισήμως ήδη από τη βρετανική αποικιακή διοίκηση. Ο περί Μέτρων και Σταθμών Νόμος του 1890 όριζε ότι σε ολόκληρη την Κύπρο θα χρησιμοποιούνταν τα ίδια μέτρα και σταθμά και καθόριζε την κυπριακή οκά σε 2 και 4/5 βρετανικές λίβρες. Αμέσως μετά όριζε το δράμι ως το ένα τετρακοσιοστό της οκάς. Με άλλα λόγια, η περίφημη σχέση των 400 δραμιών ήταν και νομικά κατοχυρωμένη.
Η κυπριακή οκά αντιστοιχούσε έτσι περίπου σε 1,270 κιλά, ενώ κάθε δράμι ήταν περίπου 3,175 γραμμάρια. Αυτό έχει σημασία, επειδή η οκά δεν είχε παντού ακριβώς την ίδια τιμή. Η ελληνική οκά, για παράδειγμα, αντιστοιχούσε περίπου σε 1,282 κιλά, ενώ η κυπριακή είχε τη δική της επίσημη αντιστοιχία. Πηγές της εποχής καταγράφουν ρητά την κυπριακή οκά ως 400 δράμια και 2 4/5 βρετανικές λίβρες.
Όταν σχεδόν τα πάντα αγοράζονταν με την οκά
Η οκά βρισκόταν κυριολεκτικά πάνω στον πάγκο του κυπριακού μπακάλικου.
Ο William Bevan, στις αρχές του 20ού αιώνα, καταγράφοντας τη γεωργία και τα προϊόντα της Κύπρου, σημείωνε ότι σχεδόν όλα τα προϊόντα —με ορισμένες εξαιρέσεις όπως τα σιτηρά, το κρασί, το λάδι, τα χαρούπια, το βαμβάκι και το μαλλί— πωλούνταν με την οκά. Στην ίδια καταγραφή σημείωνε ξανά: μία οκά ίσον 400 δράμια.
Οι αριθμοί αυτοί εμφανίζονται ακόμη και σε επίσημες ρυθμίσεις της καθημερινότητας. Το 1930, για παράδειγμα, η Cyprus Gazette καθόριζε για το ψωμί βάρη 200 δραμιών για μισή οκά και 400 δραμιών για μία οκά.
Άρα το «τετρακόσια» δεν ήταν ένας αριθμός που κάποιος άκουγε σπάνια. Ήταν συνδεδεμένος με το σωστό βάρος, τη σωστή ποσότητα και, κυρίως, με κάτι ολόκληρο και πλήρες.
Και κάπου εδώ η ζυγαριά μπήκε στη γλώσσα.
«Τα έχει τετρακόσια»
Η γνωστή μέχρι σήμερα έκφραση «τα έχει τετρακόσια» χρησιμοποιείται για τον άνθρωπο που έχει καθαρό μυαλό, αντίληψη και πλήρη διαύγεια.
Η παραδοσιακή εξήγηση της προέλευσής της συνδέει ακριβώς τη φράση με την οκά και τα 400 δράμια της: όπως μια πλήρης οκά έπρεπε να έχει όλα τα 400 δράμια της, έτσι και ο άνθρωπος που «τα έχει τετρακόσια» δεν είναι λειψός στα λογικά του — τα έχει όλα. Η συγκεκριμένη ετυμολογική ερμηνεία είναι ευρέως διαδεδομένη, αν και είναι ορθότερο να παρουσιάζεται ως παραδοσιακή εξήγηση της φράσης και όχι ως απολύτως αποδεδειγμένη ιστορική γέννησή της.
Και αυτό κάνει την έκφραση ακόμη πιο όμορφη.
Ένα μέτρο βάρους μετατράπηκε σε μέτρο… μυαλού.
Ο άνθρωπος που σκέφτεται σωστά είναι σαν τη σωστή οκά: δεν του λείπει ούτε δράμι.
«Και η οκά τριακόσια!»
Υπήρχε όμως και η άλλη πλευρά της λαϊκής ευφυΐας.
Από τη στιγμή που όλοι γνώριζαν ότι η οκά είχε 400 δράμια, το να ισχυριστεί κάποιος ότι «η οκά είναι τριακόσια» ήταν σαν να προσπαθεί να παρουσιάσει το ολοφάνερα λανθασμένο ως σωστό.
Έτσι συναντούμε και την ειρωνική φράση «και η οκά τριακόσια!», με την έννοια περίπου του «ναι, καλά… πες μας και κάτι άλλο» ή ως αντίδραση σε κάποιον που επιχειρεί να μας πείσει για κάτι παράλογο.
Για να λειτουργήσει το αστείο, όμως, έπρεπε όλοι να γνωρίζουν τον ίδιο κανόνα.
Και τον γνώριζαν:
400 δράμια η οκά.
Όχι μόνο οκάδες
Το παλιό κυπριακό σύστημα μέτρων ήταν πολύ πλουσιότερο.
Ο νόμος του 1890 καθόριζε επίσης ότι 44 οκάδες αποτελούσαν ένα καντάρι, ενώ το καντάρι Χαλεπίου, που είχε ιδιαίτερη σημασία στο εμπόριο των χαρουπιών, αποτελούνταν από 180 οκάδες. Οι 800 οκάδες αποτελούσαν έναν τόνο σύμφωνα με το συγκεκριμένο σύστημα.
Υπήρχαν επίσης το πικ για το μήκος, το κιλέ για τη χωρητικότητα, η κούζα και άλλες μονάδες που κάποτε ήταν απολύτως κατανοητές σε έναν Κύπριο, αλλά σήμερα χρειάζονται επεξήγηση.
Ακόμη και στην παραδοσιακή παραγωγή τροφίμων η οκά και το δράμι ήταν πανταχού παρόντα. Το Μουσείο Κυπριακών Τροφίμων, για παράδειγμα, καταγράφει μαρτυρίες για την παραγωγή ελαιολάδου στις οποίες η απόδοση των ελιών υπολογίζεται σε δράμια λαδιού ανά οκά, σημειώνοντας επίσης την παραδοσιακή διαίρεση της οκάς σε τέσσερις οντζιές των 100 δραμιών.
Η οκά έφυγε, τα «τετρακόσια» έμειναν
Το μετρικό σύστημα έκανε τελικά την καθημερινότητα πολύ απλούστερη. Το κιλό έχει 1.000 γραμμάρια, το μισό κιλό 500 και τα 250 γραμμάρια είναι το ένα τέταρτο.
Οι οκάδες και τα δράμια αποσύρθηκαν από τις ζυγαριές και μαζί τους χάθηκε ένα ολόκληρο λεξιλόγιο της παλιάς αγοράς.
Δεν εξαφανίστηκε όμως ολόκληρο.
Γιατί οι λέξεις έχουν την παράξενη ικανότητα να επιβιώνουν ακόμη και όταν εξαφανιστούν τα αντικείμενα που τις γέννησαν.
Σήμερα μπορεί ένας άνθρωπος να μην έχει δει ποτέ του οκά, να μην ξέρει πόσο ζύγιζε ένα δράμι και να μην έχει αγοράσει ποτέ τίποτε από μπακάλη με μεταλλικά σταθμά.
Κι όμως μπορεί ακόμη να πει:
«Μην τον φοβάσαι. Τα έχει τετρακόσια.»
Και χωρίς να το γνωρίζει, να μεταφέρει μέσα σε τέσσερις λέξεις τη μνήμη μιας παλιάς ζυγαριάς, ενός κυπριακού μπακάλικου και μιας εποχής κατά την οποία για να είναι κάτι σωστό και ολόκληρο έπρεπε να μην του λείπει ούτε ένα από τα 400 δράμια της οκάς.
Τελικά, η οκά χάθηκε.
Τα τετρακόσια όμως τα έχουμε ακόμη.





Πηγές: The Statute Laws of Cyprus, Weights and Measures Law, 1890 (Law No. XI of 1890)/ William Bevan, Notes on Agriculture in Cyprus and Its Products, ενότητα «Weights, Measures and Currency»./Our Weights and Measures: A Practical Treatise on the Standard Weights and Measures in Use in the British Empire, καταχώριση για την Κύπρο./The Cyprus Gazette, 31 Ιανουαρίου 1930, κανονισμοί για την πώληση ψωμιού./Encyclopædia Britannica, 11η έκδοση, «Weights and Measures»./Cyprus Food Museum, αρχειακό υλικό για τις παραδοσιακές μονάδες μέτρησης και την παραγωγή ελαιολάδου.
*Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης της Κύπρου. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της κυπριακής ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν.




