Στις 17 Ιουλίου 1902, ένας νεαρός Αμερικανός μηχανικός, ο Willis Haviland Carrier, ολοκλήρωσε ένα σύστημα που έμελλε να αλλάξει τον κόσμο. Δεν το σχεδίασε για να κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται πιο άνετα ούτε για να δροσίζει σπίτια και ξενοδοχεία. Ο σκοπός του ήταν να λύσει ένα βιομηχανικό πρόβλημα: την υπερβολική υγρασία σε ένα τυπογραφείο του Μπρούκλιν, η οποία παραμόρφωνε το χαρτί και αλλοίωνε τα χρώματα στις εκτυπώσεις.

Χωρίς να το γνωρίζει, ο Carrier είχε δημιουργήσει τον πρώτο σύγχρονο κλιματισμό. Η δυνατότητα ελέγχου της θερμοκρασίας, της υγρασίας και της κυκλοφορίας του αέρα δεν άλλαξε μόνο τη βιομηχανία. Άλλαξε την αρχιτεκτονική, τον τουρισμό, την εργασία, την ιατρική, την τεχνολογία και τελικά τον τρόπο με τον οποίο ζει ολόκληρη η ανθρωπότητα.

Για την Κύπρο, όμως, η σημασία της εφεύρεσης ήταν ακόμη μεγαλύτερη.

Γιατί μέχρι τότε, η μάχη με τη ζέστη ήταν καθημερινή.

Όταν η ζέστη καθόριζε τη ζωή

Οι ξένοι περιηγητές που επισκέφθηκαν την Κύπρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα περιγράφουν σχεδόν όλοι το ίδιο φαινόμενο: το αφόρητο καλοκαιρινό κλίμα.

Ο Basil Stewart, στο έργο του My Experiences of Cyprus (1908), περιγράφει ένα καλοκαίρι που σχεδόν παρέλυε τη ζωή του νησιού. Το μεσημέρι οι δρόμοι άδειαζαν, καθώς η μετακίνηση κάτω από τον ανελέητο ήλιο γινόταν πραγματική δοκιμασία. Δεν είναι τυχαίο, σημειώνει, ότι ακόμη και οι αρχαίοι συγγραφείς χαρακτήριζαν την Κύπρο τόπο ξακουστό για την αποπνικτική της ζέστη.

Ο Sir Samuel White Baker γράφει πως οι εκδρομές και τα ταξίδια άρχιζαν πολύ πριν χαράξει. Με το πρώτο φως του ήλιου οι ταξιδιώτες έσπευδαν να καλύψουν όσο περισσότερο δρόμο μπορούσαν, γιατί όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, άνθρωποι και ζώα αναζητούσαν καταφύγιο κάτω από δέντρα, σε χάνια ή στις βαθιές βεράντες των σπιτιών, περιμένοντας με υπομονή να πέσει η κάψα.

Η Agnes Smith Lewis, περιδιαβαίνοντας την Κύπρο στα τέλη του 19ου αιώνα, περιγράφει μια καθημερινότητα που καθοριζόταν από τη θερμοκρασία. Οι ρυθμοί της ζωής προσαρμόζονταν στον ήλιο, τα παράθυρα έμεναν μισόκλειστα, οι αυλές γέμιζαν σκιά και οι κάτοικοι περίμεναν το δειλινό για να ξαναζωντανέψουν οι δρόμοι και οι πλατείες. Έναν κόσμο όπου η δροσιά δεν ήταν δεδομένη· ήταν πολυτέλεια που την πρόσφερε μόνο η φύση.

Οι μαρτυρίες αυτές, που διασώζονται και μέσα από τις συλλογές του Centre of Visual Arts and Research (CVAR), μας υπενθυμίζουν ότι για αιώνες η δροσιά δεν ήταν δεδομένη αλλά πολυτέλεια.

Το πρώτο «κλιματιστικό» ήταν η αρχιτεκτονική

Πολύ πριν εμφανιστούν οι μηχανές ψύξης, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να νικήσουν τη ζέστη με τον σχεδιασμό των ίδιων των κτηρίων.

Μετά την ανάληψη της διοίκησης της Κύπρου από τους Βρετανούς το 1878, οι μηχανικοί του Τμήματος Δημοσίων Έργων σχεδίασαν τα νέα δημόσια κτήρια με βάση τόσο τη βρετανική εμπειρία όσο και τη σοφία της παραδοσιακής κυπριακής αρχιτεκτονικής.

Το Κυβερνείο (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο), το Αρχιγραμματείο, τα Επαρχιακά Δικαστήρια, το Κυπριακό Μουσείο, καθώς και πολλές κατοικίες αξιωματούχων, σχεδιάστηκαν ώστε να αντιμετωπίζουν τη ζέστη χωρίς καμία μηχανική βοήθεια.

Οι τοίχοι τους κατασκευάζονταν από παχιά τοπική ασβεστολιθική πέτρα, η οποία λειτουργούσε ως φυσική θερμική μάζα. Απορροφούσε τη θερμότητα της ημέρας και την απελευθέρωνε σταδιακά τη νύχτα, διατηρώντας πιο σταθερή τη θερμοκρασία των εσωτερικών χώρων.

Οι ψηλές οροφές επέτρεπαν στον θερμό αέρα να ανεβαίνει πάνω από το επίπεδο όπου εργάζονταν ή κατοικούσαν οι άνθρωποι. Τα μεγάλα αντικριστά παράθυρα δημιουργούσαν φυσικό διαμπερή αερισμό, ενώ τα ξύλινα παντζούρια και οι περσίδες επέτρεπαν στον αέρα να κυκλοφορεί ακόμη και όταν ο ήλιος ήταν έντονος.

Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι πλατιές σκεπαστές βεράντες, οι βαθιές μαρκίζες και οι περιμετρικές στοές. Δεν αποτελούσαν απλώς διακοσμητικά στοιχεία. Δημιουργούσαν μια ζώνη σκιάς γύρω από το κτήριο, εμποδίζοντας την άμεση ηλιακή ακτινοβολία να θερμαίνει τους εξωτερικούς τοίχους και κυρίως τα παράθυρα. Με τον τρόπο αυτό μειωνόταν αισθητά η θερμοκρασία στο εσωτερικό.

Παράλληλα, οι κήποι με μεγάλα δέντρα και η στρατηγική τοποθέτηση των κτηρίων ως προς τον προσανατολισμό και τους επικρατούντες ανέμους συνέβαλλαν στη δημιουργία ενός φυσικού μικροκλίματος.

Σήμερα θα τα αποκαλούσαμε βιοκλιματικά κτήρια.

Τότε, ήταν απλώς ο πιο έξυπνος τρόπος να επιβιώσει κανείς από το κυπριακό καλοκαίρι.

Η Villa Latomia

Ένα από τα αρτιότερα παραδείγματα αυτής της φιλοσοφίας αποτελεί η Villa Latomia στην Κερύνεια, σχεδιασμένη το 1933 από τον διακεκριμένο Βρετανό αρχιτέκτονα William Douglas Caröe.

Οι μεγάλες στεγασμένες βεράντες, οι πλατιές προεξοχές της στέγης, τα ανοίγματα εξαερισμού, οι ψηλοτάβανοι χώροι, τα μεγάλα παράθυρα και η χρήση τοπικής πέτρας δεν υπηρετούσαν μόνο την αισθητική του κινήματος Arts and Crafts. Αποτελούσαν ένα ολοκληρωμένο παθητικό σύστημα ψύξης, αξιοποιώντας τη σκιά, τον φυσικό αερισμό και τη θερμική αδράνεια των υλικών ώστε να διατηρείται το εσωτερικό δροσερό ακόμη και κατά τις πιο θερμές ημέρες του κυπριακού καλοκαιριού.

Η δροσιά γίνεται διαφήμιση

Όταν ο κλιματισμός άρχισε να εμφανίζεται στην Κύπρο, δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως μια νέα τεχνολογία.

Αντιμετωπίστηκε ως σύμβολο προόδου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διαφήμιση του ιστορικού Cosmopolitan Restaurant Club της Λευκωσίας, η οποία διασώζεται στο Αρχείο Εφημερίδων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών.

Με μεγάλα γράμματα καλούσε το κοινό:

«ΤΩΡΑ σε δροσερή ατμόσφαιρα με ΑΙΡΚΟΝΤΙΣΙΟΝ.»

Η φράση αυτή αποτυπώνει μια ολόκληρη εποχή. Για πρώτη φορά η δροσιά δεν εξαρτιόταν από τον άνεμο, τη σκιά ή το πάχος της πέτρας. Παράγονταν μηχανικά.

Από τη σκιά… στον διακόπτη

Η ιστορία του κλιματισμού δεν είναι μόνο η ιστορία μιας εφεύρεσης.

Είναι η ιστορία της διαρκούς προσπάθειας του ανθρώπου να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του.

Για αιώνες, οι άνθρωποι της Κύπρου αναζητούσαν τη δροσιά μέσα από την αρχιτεκτονική, τη σκιά, την πέτρα, τις αυλές και τον φυσικό αερισμό.

Το 1902, ο Willis Carrier πρόσθεσε ένα νέο κεφάλαιο σε αυτή την προσπάθεια.

Δεν αντικατέστησε τη σοφία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.

Την απελευθέρωσε από τους περιορισμούς της.

Και ίσως γι’ αυτό ο Carrier δεν θεωρείται απλώς ο εφευρέτης του κλιματισμού.

Θεωρείται ο άνθρωπος που άλλαξε για πάντα το καλοκαίρι.

 

Πηγές: Willis Carrier Company Archives./Willis Haviland Carrier, ιστορικά αρχεία και βιογραφικό υλικό./Basil Stewart, My Experiences of Cyprus (1908)./Sir Samuel White Baker, ταξιδιωτικές περιγραφές της Κύπρου./Agnes Smith Lewis, ταξιδιωτικά κείμενα για την Κύπρο./Centre of Visual Arts and Research (CVAR)./Διαφήμιση Cosmopolitan Restaurant Club, Αρχείο Εφημερίδων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών (ΓΤΠ), Κυπριακή Δημοκρατία./Αρχειακό υλικό για τη βρετανική αποικιακή αρχιτεκτονική στην Κύπρο και τη Villa Latomia.

*Ο Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής συλλογικής μνήμης. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της κυπριακής ιστορίας, αξιοποιώντας πρωτογενείς πηγές, αρχειακό υλικό και ιστορικά τεκμήρια, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν.