Η ιστορία δεν βρίσκεται μόνο σε βασιλικά διατάγματα, κρατικά αρχεία ή κιτρινισμένες εφημερίδες.
Κάποιες φορές κρύβεται μέσα σε ένα παλιό βιβλίο μαγειρικής.
Ένα τέτοιο βιβλίο βρίσκεται σήμερα στην προσωπική μου συλλογή. Πρόκειται για τη «Μεγάλη Οικογενειακή Μαγειρική και Ζαχαροπλαστική», έργο του Β. Αλεξιάδη, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1899 από το Ελληνικό Βιβλιοπωλείο του Αναστασίου Δ. Φέξη.
Με περισσότερες από 900 συνταγές και πολυάριθμες πρακτικές οδηγίες, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά βιβλία μαγειρικής της εποχής του. Δεν ήταν απλώς ένας οδηγός για την κουζίνα, ήταν ένας καθρέφτης της καθημερινής ζωής, των γεύσεων και της διατροφικής κουλτούρας των Ελλήνων στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ξεφυλλίζοντας τις φθαρμένες σελίδες του, συνάντησα τη συνταγή με αριθμό 332.
Ο τίτλος της είναι λιτός: «Γουρουνάκι γάλακτος εις την σούβλα».
Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη συνταγή.
Πρόκειται για ένα αυθεντικό ιστορικό τεκμήριο.
Η συνταγή περιγράφει με αξιοσημείωτη λεπτομέρεια την προετοιμασία του γουρουνιού γάλακτος: το καθάρισμα, τη γέμιση με πιπέρι, φέτες λεμονιού, βούτυρο, τριμμένο ψωμί και μυρωδικά, το προσεκτικό ράψιμο και, τέλος, το αργό ψήσιμο στη σούβλα, με συνεχές άλειμμα από βούτυρο ή ζωμό κρέατος ώστε να διατηρείται τρυφερό και ζουμερό.
Όποιος διαβάσει τη συνταγή σήμερα θα διαπιστώσει ότι οι βασικές αρχές του σωστού ψησίματος παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτες έπειτα από περισσότερο από έναν αιώνα.
Η ιστορία της σούβλας είναι πολύ παλαιότερη
Η σούβλα δεν αποτελεί νεότερη ελληνική επινόηση.
Οι ρίζες της χάνονται στην αρχαιότητα.
Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους οβελούς, μεταλλικές σούβλες πάνω στις οποίες έψηναν το κρέας μετά τις θυσίες προς τους θεούς. Από τη λέξη οβελός προήλθε και ο οβολός, το αρχαιότερο μεταλλικό μέσο συναλλαγής, καθώς οι μεταλλικοί οβελοί χρησιμοποιούνταν ακόμη και ως μονάδα αξίας.
Στα ομηρικά έπη οι πολεμιστές ψήνουν το κρέας πάνω σε οβελούς, ενώ κατά τους βυζαντινούς και μεταγενέστερους χρόνους η τεχνική εξελίχθηκε στο αργό ψήσιμο ολόκληρων ζώων πάνω από τα κάρβουνα.
Η συνταγή του Β. Αλεξιάδη αποδεικνύει ότι αυτή η πανάρχαια τεχνική είχε πλέον καταγραφεί συστηματικά στη νεότερη ελληνική βιβλιογραφία ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα.
Ένα βιβλίο πιο γνωστό από τον δημιουργό του
Παρά τη μεγάλη επιτυχία του έργου του, ο ίδιος ο Β. Αλεξιάδης παραμένει μέχρι σήμερα σχεδόν άγνωστος.
Οι βιβλιογραφικές πηγές τον αναφέρουν απλώς ως «λόγιο», χωρίς να διασώζουν το πλήρες βιογραφικό του ή ακόμη και το μικρό του όνομα.
Είναι μία από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου το βιβλίο ξεπέρασε σε φήμη τον ίδιο τον συγγραφέα του.
Η επιτυχία του έργου ήταν τόσο μεγάλη ώστε γνώρισε νέες εκδόσεις και καθιερώθηκε ως σημείο αναφοράς για τη νεότερη ελληνική μαγειρική βιβλιογραφία.

Η εύλογη απορία για τη Βέφα Αλεξιάδου
Το επώνυμο Αλεξιάδης οδηγεί σχεδόν αυτόματα τη σκέψη στη Βέφα Αλεξιάδου, τη γυναίκα που έναν αιώνα αργότερα συνέβαλε όσο λίγοι στη διάδοση της ελληνικής κουζίνας μέσα από τα βιβλία και την τηλεόραση.
Η σύμπτωση προκαλεί εύλογα το ερώτημα αν υπάρχει συγγένεια.
Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει εντοπιστεί κανένα τεκμηριωμένο στοιχείο που να συνδέει τον Β. Αλεξιάδη του 1899 με τη γνωστή μαγείρισσα.
Η Βέφα γεννήθηκε Γενοβέφα Βούλγαρη και απέκτησε το επώνυμο Αλεξιάδου μετά τον γάμο της με τον καθηγητή Χημείας Κωνσταντίνο Αλεξιάδη.
Παραμένει, ωστόσο, μια όμορφη ιστορική σύμπτωση ότι δύο διαφορετικές προσωπικότητες, με το ίδιο επώνυμο, άφησαν τόσο έντονο αποτύπωμα στην ελληνική γαστρονομική ιστορία.
Κάθε συνταγή είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο
Ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μας διδάσκει μόνο πώς μαγείρευαν οι πρόγονοί μας.
Μας αποκαλύπτει ποια προϊόντα υπήρχαν στην αγορά, ποια μυρωδικά θεωρούνταν πολύτιμα, ποιες τεχνικές χρησιμοποιούνταν και πώς διαμορφωνόταν το οικογενειακό τραπέζι πριν από περισσότερο από έναν αιώνα.
Οι κιτρινισμένες αυτές σελίδες δεν είναι απλώς συνταγές.
Είναι τεκμήρια πολιτισμού.
Είναι μικρά ιστορικά αρχεία που διασώζουν γεύσεις, συνήθειες και έναν τρόπο ζωής που διαφορετικά θα είχε χαθεί.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη αξία τους.
Να μας υπενθυμίζουν ότι ακόμη και η ιστορία μπορεί να σερβιριστεί… πάνω σε μια σούβλα.
Πηγές: Β. Αλεξιάδης, Μεγάλη Οικογενειακή Μαγειρική και Ζαχαροπλαστική, Αθήνα: Ελληνικόν Βιβλιοπωλείον Αναστασίου Δ. Φέξη, 1899. (Αντίτυπο από την προσωπική συλλογή του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη.)/Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Ανέμη, Πανεπιστήμιο Κρήτης – Βιβλιογραφική καταγραφή της έκδοσης./Μελέτες για την ιστορία της ελληνικής γαστρονομικής βιβλιογραφίας του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
*Ο Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης της Κύπρου. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» στο Sigmalive αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της κυπριακής και ευρύτερης ελληνικής ιστορίας, αξιοποιώντας πρωτογενείς πηγές, αρχειακό υλικό και ιστορικά τεκμήρια, με στόχο να φέρει το παρελθόν πιο κοντά στον σύγχρονο αναγνώστη.




