Η έρημος διδάσκει την αξία του νερού. Η προσφυγιά δίδαξε στους Κυπρίους την αξία της πατρίδας. Μέσα σε μία μόνο ημέρα, όσα θεωρούσαμε δεδομένα έγιναν ανεκτίμητα.

 

 

«Τὸ εὖ ζῆν οὐκ ἐν τῷ ζῆν ἐστίν, ἀλλ’ ἐν τῷ καλῶς ζῆν.»

Ζήνων ο Κιτιεύς

 

 

Λένε πως η έρημος διδάσκει την αξία του νερού με τρόπο που ο ωκεανός δεν θα μπορέσει ποτέ.

 

Όταν έχεις νερό παντού, δεν το σκέφτεσαι.

 

Πίνεις χωρίς να το εκτιμάς.

 

Το θεωρείς αυτονόητο.

 

Μόνο όταν διψάσεις πραγματικά καταλαβαίνεις ότι μία σταγόνα μπορεί να σημαίνει ζωή.

 

Έτσι λειτουργεί και η ανθρώπινη ύπαρξη.

 

Έτσι λειτουργεί και η Ιστορία.

 

Δεν μας διδάσκει την αξία όσων έχουμε όσο τα απολαμβάνουμε. Μας τη διδάσκει όταν τα χάσουμε.

 

Για εμάς τους Κυπρίους, η έρημος δεν βρίσκεται στη Σαχάρα.

 

Έχει ημερομηνία.

 

20 Ιουλίου 1974.

 

Εκείνο το πρωί, η Κύπρος ξύπνησε όπως κάθε άλλο καλοκαίρι.

 

Κάποιος άφησε τον καφέ του μισοτελειωμένο.

 

Μια μητέρα ετοίμαζε το πρόγευμα των παιδιών της.

 

Ένας γεωργός ετοιμαζόταν να πάει στο χωράφι.

 

Μια γιαγιά πότιζε τον βασιλικό στην αυλή.

 

Ένα παιδί άφησε το ποδήλατό του έξω από το σπίτι, βέβαιο πως θα το ξαναέπαιρνε το απόγευμα.

 

Δεν το ξαναπήρε ποτέ.

 

 

Μέσα σε λίγες ώρες, χιλιάδες Κύπριοι έγιναν πρόσφυγες στον ίδιο τους τον τόπο.

 

Δεν έφυγαν επειδή το επέλεξαν.

 

Έφυγαν επειδή δεν υπήρχε άλλος δρόμος.

 

Άφησαν πίσω σπίτια με ανοιχτά παράθυρα.

 

Τραπέζια στρωμένα.

 

Ρούχα στις ντουλάπες.

 

Οικογενειακές φωτογραφίες.

 

Παιδικά παιχνίδια.

 

Εικόνες αγίων.

 

Τους τάφους των προγόνων τους.

 

Έφυγαν πιστεύοντας πως θα επέστρεφαν σε λίγες ημέρες.

 

Οι ημέρες έγιναν μήνες. Οι μήνες έγιναν χρόνια. Και τα χρόνια έγιναν πενήντα δύο.

 

 

Εκείνη την ημέρα η Κύπρος έγινε έρημος.

 

Όχι γιατί χάθηκαν τα σπίτια.

 

Αλλά γιατί χάθηκε η βεβαιότητα ότι θα τα ξαναδούμε.

 

Όπως ο διψασμένος δεν αναζητά χρυσάφι αλλά νερό, έτσι και ο πρόσφυγας δεν αναζητά πλούτη.

 

Αναζητά το σπίτι του.

 

Τη γειτονιά του.

 

Το εκκλησάκι όπου βαφτίστηκε.

 

Το δέντρο που φύτεψε ο πατέρας του.

 

Το χώμα όπου κοιμούνται οι πρόγονοί του.

 

 

Η έρημος δεν σε βασανίζει μόνο με τη δίψα.

 

Σε βασανίζει γιατί σου θυμίζει αδιάκοπα αυτό που σου λείπει.

 

Έτσι και η προσφυγιά.

 

Δεν πόνεσε μόνο τον Ιούλιο του 1974.

 

Πόνεσε κάθε Πάσχα που η Ανάσταση δεν ακούστηκε στην εκκλησία του χωριού.

 

Κάθε Χριστούγεννα που το οικογενειακό τραπέζι δεν στρώθηκε στο πατρικό.

 

Κάθε γάμο που δεν έγινε στον τόπο των προγόνων.

 

Κάθε κηδεία όπου οι νεκροί δεν αναπαύθηκαν δίπλα στους δικούς τους.

 

Η προσφυγιά δεν κράτησε λίγες ημέρες. Κράτησε μια ολόκληρη ζωή.

 

 

Και τότε μάθαμε κάτι που καμία ευημερία δεν μπορεί να διδάξει.

 

Ο πραγματικός πλούτος δεν είναι αυτά που αποκτούμε.

 

Είναι αυτά που θεωρούμε δεδομένα.

 

Η ειρήνη.

 

Η ελευθερία.

 

Η οικογένεια.

 

Η μνήμη.

 

Η πατρίδα.

 

 

Ίσως γι’ αυτό το σκουριασμένο κλειδί έγινε το μεγαλύτερο σύμβολο της κυπριακής προσφυγιάς.

 

Δεν ανοίγει πια καμία πόρτα.

 

Ανοίγει όμως τις αναμνήσεις.

 

Και υπάρχουν πόρτες που μόνο η ψυχή μπορεί ακόμη να διαβεί.

 

 

Πενήντα δύο χρόνια μετά, η έρημος εκείνου του καλοκαιριού εξακολουθεί να υπάρχει.

 

Υπάρχει στα άδεια σπίτια.

 

Στις βεβηλωμένες εκκλησίες.

 

Στα χωριά που περιμένουν ακόμη τους ανθρώπους τους.

 

Στα κλειδιά που πέρασαν από τους παππούδες στα εγγόνια.

 

Στις μανάδες που έφυγαν από τη ζωή χωρίς να ξαναδούν την αυλή τους.

 

Στα παιδιά που γεννήθηκαν πρόσφυγες χωρίς ποτέ να έχουν περπατήσει στον τόπο που αποκαλούν πατρίδα.

 

Η έρημος δεν είναι πάντα από άμμο.

 

Μερικές φορές είναι από αναμνήσεις.

 

 

Λένε πως η έρημος διδάσκει την αξία του νερού.

 

Η Κύπρος δίδαξε στον λαό της κάτι ακόμη.

 

Η προσφυγιά διδάσκει την αξία της πατρίδας.

 

Γιατί όσο την έχεις, τη θεωρείς δεδομένη.

 

Όταν τη χάσεις, γίνεται προσευχή.

 

Όταν περάσουν πενήντα δύο χρόνια, γίνεται μνήμη.

 

Και όταν η μνήμη περάσει στα παιδιά και στα εγγόνια, τότε η πατρίδα παύει να είναι απλώς ένας τόπος.

 

Γίνεται ευθύνη.

 

«Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ.»

(Κατά Ιωάννην 15:13)

 

Για όλους εκείνους που θυσιάστηκαν.

 

Για όλους εκείνους που ξεριζώθηκαν.

 

Για όλους εκείνους που περίμεναν.

 

Και για όλους εκείνους που συνεχίζουν να θυμούνται.

 

Γιατί ένας λαός δεν πεθαίνει όταν χάνει τη γη του. Πεθαίνει μόνο όταν χάσει τη μνήμη του. Και όσο θυμόμαστε, η Κύπρος δεν είναι μια χαμένη πατρίδα. Είναι μια πατρίδα που περιμένει.

 

Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης

Ιστοριοδίφης της Συλλογικής και Ερευνητής Ιστορικών Τεκμηρίων.