Πώς η τεχνολογία, η αλλαγή της ζωής στις πόλεις και η εξαφάνιση της γειτονιάς έβαλαν τέλος σε έναν ολόκληρο κόσμο παιχνιδιού

Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη”

«Έλα κάτω!»

Δύο μόνο λέξεις αρκούσαν για να αρχίσει το παιχνίδι.

Δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα. Δεν υπήρχαν εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων. Δεν υπήρχαν ηλεκτρονικές προσκλήσεις. Ένα παιδί στεκόταν κάτω από το σπίτι, φώναζε το όνομα του φίλου του και μέσα σε λίγα λεπτά η γειτονιά γέμιζε ζωή.

Έτσι μεγάλωσαν σχεδόν όλες οι γενιές Κυπρίων μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Οι δρόμοι, οι αλάνες, οι αυλές των σχολείων και οι πλατείες των χωριών ήταν τα γήπεδα μιας παιδικής ηλικίας που σήμερα μοιάζει σχεδόν άγνωστη.

Κι όμως, τα περισσότερα από εκείνα τα παιχνίδια δεν ήταν κυπριακή επινόηση. Κάποια έφτασαν στο νησί πριν από αιώνες, ενώ άλλα έχουν ρίζες που χάνονται στην αρχαιότητα.

Το παιχνίδι ήταν πολιτισμός

Οι λαογράφοι θεωρούν τα παραδοσιακά παιχνίδια κομμάτι της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς ενός λαού.

Δεν ήταν μόνο διασκέδαση.

Μέσα από αυτά τα παιδιά μάθαιναν να συνεργάζονται, να διαπραγματεύονται τους κανόνες, να λύνουν τις διαφορές τους, να αναπτύσσουν δεξιότητες και να δημιουργούν φιλίες που κρατούσαν μια ζωή.

Στην Κύπρο, σχεδόν κάθε χωριό είχε μικρές παραλλαγές των ίδιων παιχνιδιών, ενώ πολλές φορές άλλαζαν ακόμη και τα ονόματά τους.

Το λιγκρίν – ο βασιλιάς των κυπριακών παιχνιδιών

Αν υπάρχει ένα παιχνίδι που μπορεί να χαρακτηριστεί «καθαρά κυπριακό», αυτό είναι το λιγκρίν.

Χρησιμοποιούσε δύο ξύλα. Ένα μικρότερο, τη «λίγκρα», και ένα μεγαλύτερο, το «λιγκρίν». Ο παίκτης χτυπούσε το μικρό ξύλο ώστε να αναπηδήσει και στη συνέχεια το εκτόξευε όσο πιο μακριά μπορούσε.

Το παιχνίδι απαιτούσε δύναμη, συγχρονισμό και ακρίβεια και παιζόταν σχεδόν σε κάθε κυπριακό χωριό.

Παρόμοια παιχνίδια συναντώνται στην Ευρώπη και στην Ασία εδώ και εκατοντάδες χρόνια, όμως στην Κύπρο απέκτησε τη δική του ταυτότητα και αποτελεί σήμερα αναγνωρισμένο στοιχείο της λαϊκής μας παράδοσης.

Τα πιρίλλια

Οι γυάλινοι βόλοι, τα γνωστά πιρίλλια, αποτελούσαν πραγματικό θησαυρό.

Τα παιδιά είχαν συλλογές, αντάλλασσαν βόλους και συχνά έπαιζαν «για κράτημα», με τον νικητή να κρατά τα πιρίλλια του αντιπάλου.

Οι καλύτεροι παίκτες αποκτούσαν σχεδόν μυθική φήμη στις γειτονιές.

Κρυφτό και κυνηγητό

Κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς γεννήθηκε το κρυφτό.

Οι ιστορικοί, όμως, θεωρούν ότι είναι από τα αρχαιότερα παιχνίδια της ανθρωπότητας.

Στην Κύπρο παιζόταν σε κάθε γειτονιά.

Οι αυλές, οι μάντρες, τα δέντρα και οι πέτρινοι τοίχοι γίνονταν οι καλύτερες κρυψώνες.

Το κυνηγητό είχε δεκάδες παραλλαγές.

«Παγωτό», «αλυσιδωτό», «κλέφτες κι αστυνόμοι» και πολλές ακόμη μορφές που άλλαζαν από περιοχή σε περιοχή.

Το κουτσό

Με λίγη κιμωλία ή μια πέτρα σχεδιαζόταν στο έδαφος.

Οι αρχαιολόγοι έχουν βρει σχέδια κουτσού χαραγμένα σε ρωμαϊκά λιθόστρωτα, γεγονός που δείχνει πόσο παλιό είναι το παιχνίδι.

Στην Κύπρο έμεινε ζωντανό μέχρι και τη δεκαετία του 1990.

Λάστιχο και σχοινάκι

Τα παιχνίδια αυτά συνδέθηκαν κυρίως με τα κορίτσια.

Το λάστιχο έκανε την εμφάνισή του στην Κύπρο τη δεκαετία του 1970 και γρήγορα έγινε καθημερινή συνήθεια στα σχολεία.

Το σχοινάκι συνδυαζόταν με τραγούδια που περνούσαν από γενιά σε γενιά χωρίς ποτέ να καταγραφούν.

Μήλα, μαντήλι και σβούρα

Ένα μπαλάκι ήταν αρκετό για να παίξουν είκοσι παιδιά μήλα.

Το μαντήλι απαιτούσε ταχύτητα και στρατηγική.

Η σβούρα, κατασκευασμένη συνήθως από ξύλο, χρειαζόταν τέχνη για να περιστρέφεται όσο περισσότερο γινόταν.

Παιχνίδια που χάθηκαν

Υπήρχαν ακόμη ο Ζίζιρος, ο Φαρατζής, τα Σκατούλλικα, το τράβηγμα του σχοινιού, οι σακκουλοδρομίες, οι νεροπόλεμοι, οι τάππες από τα αναψυκτικά που μετατρέπονταν σε ποδοσφαιρικές ομάδες, τα αυτοσχέδια ξύλινα αυτοκίνητα και τα ποδήλατα που γύριζαν τις γειτονιές μέχρι να νυχτώσει.

Το κοινό τους στοιχείο ήταν ένα.

Δεν κόστιζαν σχεδόν τίποτα.

Το μόνο που χρειάζονταν ήταν παρέα.

Η μεγάλη αλλαγή

Η πρώτη αλλαγή ήρθε με την τηλεόραση.

Στη συνέχεια ήρθαν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και οι παιχνιδομηχανές.

Η πραγματική τομή όμως έγινε με τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα και το διαδίκτυο.

Για πρώτη φορά στην ιστορία, το παιχνίδι μεταφέρθηκε από τον δρόμο στην οθόνη.

Παράλληλα, οι αλάνες οικοδομήθηκαν, η κυκλοφορία αυξήθηκε, οι γονείς έγιναν πιο επιφυλακτικοί και ο ελεύθερος χρόνος των παιδιών περιορίστηκε.

Το αποτέλεσμα ήταν οι γειτονιές να σιωπήσουν.

Τι χάσαμε πραγματικά;

Δεν χάθηκαν μόνο τα παιχνίδια.

Χάθηκε η αυθόρμητη συνάντηση.

Η χαρά του να χτυπήσεις την πόρτα του φίλου σου.

Η δημιουργικότητα να φτιάξεις παιχνίδι από ένα ξύλο, μια πέτρα ή ένα παλιό κουτί.

Και μαζί χάθηκε ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης της Κύπρου.

Σήμερα αρκετοί πολιτιστικοί σύλλογοι, σχολεία και κοινότητες προσπαθούν να αναβιώσουν αυτά τα παιχνίδια μέσα από γιορτές και εκδηλώσεις.

Όχι από νοσταλγία.

Αλλά γιατί αποτελούν μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση της ψηφιακής εποχής να μην είναι να απομακρύνουμε τα παιδιά από την τεχνολογία.

Αλλά να τους θυμίσουμε ότι, πριν από τις οθόνες, υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος που χωρούσε σε μια γειτονιά, μια μπάλα, λίγα πιρίλλια και μια φωνή που ακουγόταν από τον δρόμο:

«Έλα έξω να παίξουμε!»

*Ο Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης της συλλογικής μνήμης και ερευνητής ιστορικών τεκμηρίων.

 

Πηγές: CVAR – Centre of Visual Arts and Research / Ίδρυμα Κώστα και Ρίτας Σεβέρη/ Κυπριακή Εθνική Επιτροπή UNESCO – «Πασχαλινά Παραδοσιακά Παιχνίδια της Κύπρου»./Ψηφιακό Αρχείο Αψίδα Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (CUT), συλλογές παραδοσιακών παιχνιδιών και φωτογραφιών./Κυπριακό Κέντρο Λαογραφικών Μελετών./Κυπριακό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης./Brian Sutton-Smith, The Folkgames of Children.

Iona & Peter Opie, Children’s Games in Street and Playground./Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία – μελέτες για τα παραδοσιακά παιχνίδια του ελληνικού χώρου.