Πώς δύο λέξεις και μια αιμορραγούσα Κύπρος έγιναν το συλλογικό αποτύπωμα της απώλειας, της μνήμης και της αγάπης για μια πατρίδα που χάθηκε.
Υπάρχουν σύμβολα που σχεδιάζονται για να υπηρετήσουν μια πολιτική στιγμή. Και υπάρχουν σύμβολα που επιβιώνουν επειδή κατορθώνουν να αποτυπώσουν τον ανθρώπινο πόνο μιας ολόκληρης εποχής.
Το «Δεν Ξεχνώ» ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Το πρωινό της 14ης Αυγούστου 1974, καθώς η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής («Αττίλας ΙΙ») χώριζε οριστικά την Κύπρο στα δύο, ο συγγραφέας και διαφημιστής Νίκος Δήμου άκουγε τις εξελίξεις από το ραδιόφωνο στην Αθήνα. Όπως ο ίδιος περιγράφει, οραματίστηκε την Κύπρο μαχαιρωμένη και τη γραμμή του Αττίλα σαν μια ροή πηγμένου αίματος που σιγόσταζε. Όταν έφθασε στο γραφείο του, κάλεσε τον διευθυντή του σχεδιαστηρίου, Διονύση Γεωργόπουλο, του έδωσε έναν χάρτη της Κύπρου, την ιδέα και το κείμενο. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία.
Χιλιάδες αυτοκόλλητα τυπώθηκαν και στάλθηκαν σε εφημερίδες. Το σύνθημα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και διαδόθηκε από Έλληνες και Κύπριους φοιτητές σε ολόκληρο τον κόσμο. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, οι δύο αυτές λέξεις έγιναν η πιο αναγνωρίσιμη έκφραση της κυπριακής τραγωδίας.
Κι όμως, ίσως η πιο συγκλονιστική πτυχή της ιστορίας του συμβόλου να βρίσκεται στα ίδια τα λόγια του δημιουργού του.
«Για μένα είναι κάτι πολύ προσωπικό», έγραψε αργότερα ο Νίκος Δήμου. «Ένας φόρος τιμής και αγάπης στα μέρη εκείνα της Κύπρου – Κυρήνεια, Μπελλαπαΐς, Σαλαμίνα, Αμμόχωστο – που είχα επισκεφθεί και αγαπήσει τρία χρόνια πριν την εισβολή».
Αυτή η παραδοχή αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το «Δεν Ξεχνώ».
Δεν γεννήθηκε από μίσος. Δεν δημιουργήθηκε ως εργαλείο εκδίκησης. Δεν ήταν ένα σύνθημα που καλούσε σε σύγκρουση.
Γεννήθηκε από την αγάπη για έναν τόπο που τραυματίστηκε.
Ίσως γι' αυτό άντεξε στον χρόνο.
Δεν ζητούσε εκδίκηση. Δεν υπεδείκνυε εχθρούς. Δεν διατύπωνε πολιτικά συνθήματα. Έλεγε μόνο δύο λέξεις: «Δεν Ξεχνώ».
Και μέσα σε αυτές τις δύο λέξεις χωρούσαν οι άνθρωποι.
Το παιδί που κρατούσε τη φωτογραφία των αγνοούμενων γονιών του.
Οι μητέρες που περίμεναν επί δεκαετίες την επιστροφή των παιδιών τους.
Οι οικογένειες που ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους.
Οι πρόσφυγες που άφησαν πίσω τους ολόκληρες ζωές.
Οι πόλεις που έμειναν παγωμένες στον χρόνο.
Η Κυρήνεια. Η Αμμόχωστος. Το Μπελλαπαΐς. Η Σαλαμίνα.
Το «Δεν Ξεχνώ» έγινε το κοινό δοχείο μέσα στο οποίο μια κοινωνία εναπόθεσε το πένθος, την απώλεια και την ελπίδα της.
Πενήντα ένα χρόνια μετά, οι γενιές αλλάζουν. Οι άμεσες μνήμες λιγοστεύουν. Οι πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών φεύγουν σιγά-σιγά από τη ζωή.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει.
Τι σημαίνει πραγματικά να μην ξεχνάς;
Σημαίνει να θυμάσαι τους αγνοούμενους.
Σημαίνει να αναγνωρίζεις τον πόνο των προσφύγων.
Σημαίνει να διαφυλάσσεις την ιστορική αλήθεια.
Σημαίνει να κατανοείς ότι πίσω από τις γεωπολιτικές αναλύσεις, τις διπλωματικές διασκέψεις και τις ιστορικές επετείους υπάρχουν άνθρωποι με πρόσωπα, ονόματα και ιστορίες.
Διότι οι άνθρωποι μπορεί να ξεχάσουν ημερομηνίες, συμφωνίες και πολιτικά συνθήματα.
Αλλά δεν ξεχνούν ποτέ τους ανθρώπους που αγάπησαν και τους τόπους που αποκάλεσαν πατρίδα.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα του «Δεν Ξεχνώ».
Όχι μια πρόσκληση να παραμείνουμε αιχμάλωτοι του παρελθόντος.
Αλλά μια υπενθύμιση ότι η μνήμη αποκτά πραγματικό νόημα μόνο όταν υπηρετεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Γιατί πίσω από κάθε σύμβολο υπάρχουν άνθρωποι.
Και πίσω από το «Δεν Ξεχνώ» υπάρχουν οι ιστορίες εκείνων που συνεχίζουν να θυμούνται.






Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης
Ιστοριοδίφης της συλλογικής μνήμης
Διαβάστε επίσης: Η Κύπρος που ξέχασε την Αναγέννησή της




