Ξεφυλλίζοντας παλιά έντυπα, δεν ανακαλύπτει κανείς μόνο γεγονότα ανακαλύπτει και τη διάρκεια της αδράνειας. Σε ένα τεύχος της «Οικονομικής Κύπρου» του Φεβρουαρίου–Μαρτίου 1981, ανάμεσα σε αναλύσεις για φορολογία, ισοζύγιο πληρωμών και κρατικό παρεμβατισμό, συναντά κανείς ένα κείμενο με τίτλο «Το πολυδιάστατο στεγαστικό πρόβλημα στην Κύπρο». Και εκεί, μέσα σε λίγες σελίδες, βρίσκεται συμπυκνωμένη μια αλήθεια που πονά: ότι η Κύπρος, δεκαετίες τώρα, αλλάζει κυβερνήσεις, Βουλές, πρόσωπα, συνθήματα και παρατάξεις, αλλά όχι πάντα και τα ίδια της τα αδιέξοδα.

Το κείμενο εκείνο δεν περιέγραφε απλώς μια συγκυριακή δυσκολία. Περιέγραφε ένα χρόνιο, δομικό και πολυπαραγοντικό πρόβλημα. Μιλούσε για έλλειψη στέγης, για υψηλά ενοίκια, για ακρίβεια οικοπέδων, για κερδοσκοπία γύρω από την οικιστική γη, για ακριβό οικοδομικό κόστος, για κοινωνικές ανισότητες, για προσφυγική πίεση μετά το 1974 και για ένα κράτος που, παρά τις επιμέρους παρεμβάσεις, δεν κατόρθωνε να δώσει μια συνολική και δίκαιη λύση.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι ότι αυτά γράφονταν το 1981. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι διαβάζοντάς τα σήμερα, ο αναγνώστης νιώθει πως δεν κρατά στα χέρια του ένα ιστορικό ντοκουμέντο, αλλά ένα σχεδόν σύγχρονο δημοσίευμα. Οι λέξεις αλλάζουν ελαφρώς, τα νούμερα αυξάνονται, οι πρωταγωνιστές εναλλάσσονται, αλλά ο πυρήνας του προβλήματος παραμένει πεισματικά ο ίδιος.

Αυτό ακριβώς είναι το τραγικό γνώρισμα της κυπριακής δημόσιας ζωής: η επανάληψη χωρίς λύτρωση. Είμαστε, πράγματι, στο ίδιο έργο θεατές. Για δεκαετίες ακούμε για μεταρρυθμίσεις, για σχέδια στήριξης, για στεγαστική πολιτική, για πολεοδομικά κίνητρα, για κοινωνική συνοχή. Κι όμως, στο τέλος κάθε εποχής, ο πολίτης βρίσκεται ξανά μπροστά στα ίδια σχεδόν ερωτήματα: Ποιος μπορεί να αγοράσει σπίτι; Ποιος μπορεί να νοικιάσει χωρίς να συνθλιβεί; Πόσο ακόμη θα αποτελεί η κατοικία πεδίο κερδοσκοπίας και όχι στοιχειώδες κοινωνικό δικαίωμα;

Το στεγαστικό είναι μόνο ένα παράδειγμα. Η ίδια ιστορική κόπωση διαπερνά και άλλα πεδία: την αργή απονομή δικαιοσύνης, την αναξιοκρατία, τον συγκεντρωτισμό, την απουσία μακρόπνοου σχεδιασμού, την ευκολία με την οποία κάθε νέα εξουσία αποδίδει τις ευθύνες στην προηγούμενη, λες και το κράτος είναι πάντοτε προσωρινά νοικιασμένο και ποτέ πραγματικά δικό της. Η κοινωνία ακούει υποσχέσεις, αλλά βιώνει διαρκώς εκκρεμότητες.

Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία της Μεταπολίτευσης στην Κύπρο: πέρασαν από την εξουσία κυβερνήσεις και κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες από διαφορετικούς πολιτικούς και ιδεολογικούς άξονες. Άλλοτε με περισσότερο κρατικό λόγο, άλλοτε με περισσότερο φιλελεύθερη ρητορική, άλλοτε με κοινωνικό πρόσημο, άλλοτε με τεχνοκρατική αυτοπεποίθηση. Και όμως, το αποτέλεσμα συχνά μοιάζει αποκαρδιωτικά οικείο. Σαν να άλλαζαν οι ταμπέλες, αλλά όχι ο μηχανισμός. Σαν να διαφωνούσαν οι παρατάξεις για τη γλώσσα της πολιτικής, αλλά να συμφωνούσαν σιωπηρά στη συντήρηση της αναβλητικότητας.

Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που ολοένα περισσότεροι πολίτες αρχίζουν να σκέφτονται την επιλογή «υβριδικών πολιτικών». Δηλαδή ανθρώπων που δεν χωρούν εύκολα στα παραδοσιακά κομματικά καλούπια, που ενδεχομένως συνδυάζουν στοιχεία από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, που δεν επενδύουν τόσο στη φυλετική πίστη προς μια παράταξη όσο στην πρακτική αποτελεσματικότητα. Δεν είναι απαραίτητα ένδειξη πολιτικής ωριμότητας, ούτε πάντοτε εγγύηση ποιότητας. Είναι όμως ένδειξη μιας βαθιάς κοινωνικής εξάντλησης.

Όταν οι πολίτες στρέφονται σε «υβριδικές» επιλογές, δεν το κάνουν πάντοτε επειδή γοητεύονται από το καινούργιο. Το κάνουν συχνά επειδή έχουν απογοητευθεί από το παλιό. Επειδή έχουν κουραστεί να ακούν τις ίδιες βεβαιότητες από συστήματα που ανακυκλώνουν τα ίδια αδιέξοδα. Επειδή ελπίζουν ότι ένας πολιτικός λιγότερο δεμένος με τον μηχανισμό, λιγότερο υπάκουος στην κομματική ορθοδοξία και περισσότερο εκτεθειμένος στην κοινωνική απαίτηση, ίσως μπορέσει να ταράξει τα νερά. Ίσως, έστω, να ενοχλήσει αρκετά το σύστημα ώστε να το αναγκάσει να ξυπνήσει.

Αυτό βέβαια είναι και ψήφος ελπίδας και ψήφος απελπισίας μαζί. Ελπίδας, γιατί η κοινωνία εξακολουθεί να ψάχνει διέξοδο. Απελπισίας, γιατί αισθάνεται ότι οι παραδοσιακές διαδρομές δεν αρκούν πλέον. Το αίτημα δεν είναι, στην πραγματικότητα, για «παράξενους» πολιτικούς. Είναι για πολιτικούς λειτουργικούς, για δημόσια πρόσωπα που να μπορούν να συνδυάσουν κοινωνική ευαισθησία, διοικητική επάρκεια, πολιτικό θάρρος και στοιχειώδη ανεξαρτησία από τις χρόνιες πελατειακές λογικές.

Η ιστοριοδιφία έχει αξία όταν δεν υπηρετεί τη νοσταλγία, αλλά την αυτογνωσία. Το εύρημα του 1981 δεν είναι απλώς ένα ενδιαφέρον απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Είναι καθρέφτης. Μας δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διάρκεια ορισμένων κρίσεων, αλλά και η διάρκεια ορισμένων πολιτικών συνηθειών: της μετάθεσης ευθυνών, της αποσπασματικότητας, της έλλειψης συνέχειας κράτους, της αδυναμίας να θεραπευτούν οι αιτίες και όχι μόνο τα συμπτώματα.

Και έτσι, σαράντα και πλέον χρόνια μετά, ο πολίτης στέκεται ξανά απέναντι στην ίδια σκηνή. Τα πρόσωπα άλλαξαν, οι αφίσες άλλαξαν, τα κόμματα αναπροσάρμοσαν συνθήματα και ύφος, όμως το σκηνικό παραμένει γνώριμο. Το στεγαστικό, όπως και τόσα άλλα, εξακολουθεί να θυμίζει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν πάσχει από έλλειψη διαγνώσεων. Πάσχει από έλλειψη πολιτικής επιμονής, θεσμικής συνέπειας και βούλησης να συγκρουστεί με συμφέροντα που αναπαράγουν το πρόβλημα.

Αν, λοιπόν, σήμερα οι πολίτες σκέφτονται να δοκιμάσουν «υβριδικούς πολιτικούς», αυτό δεν είναι κάποιο εκλογικό καπρίτσιο της εποχής. Είναι μήνυμα. Είναι μια προειδοποίηση προς το πολιτικό σύστημα ότι η κοινωνία δεν αντέχει άλλο να ζει μέσα σε επαναλαμβανόμενα επεισόδια αδυναμίας. Είναι μια κραυγή πως, αν η πολιτεία δεν ξυπνήσει από μόνη της, οι πολίτες θα αναζητήσουν τρόπους να τη ξυπνήσουν οι ίδιοι.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό δίδαγμα που μας αφήνει ένα παλιό περιοδικό του 1981: πως η Ιστορία δεν επιστρέφει μόνο ως μνήμη. Επιστρέφει και ως κατηγορία.

Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη

Ιστοριοδίφη της Συλλογικής Μνήμης του Εφημεριδικού Τύπου

Πηγή: Διμηναια οικονομικη επιθεωρηση  «Οικονομική Κύπρος» (Μαρτιος 1981)