Στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ η Εθνική Επιτροπή των Δημοκρατικών είχε ανακοινώσει ότι 12 υποψήφιοι πληρούσαν τα προσόντα για να συμμετέχουν στο debate της 15ης Οκτωβρίου του 2019 στο Westerville, Ohio.
Σε αντίθεση με προηγούμενα debates όπου τη σκηνή είχαν μοιραστεί 10 υποψήφιοι σε δύο διαδοχικές νύχτες, τη σκηνή του τότε 4ου debate είχαν μοιραστεί12 υποψήφιοι. Αυτό αποτέλεσε το μεγαλύτερο debate που έγινε ποτέ στις ΗΠΑ σε επίπεδο είτε δημοκρατικών είτε ρεπουμπλικάνων. Αυτό όμως που χρίζει επισήμανσης είναι ο ρόλος των δημοσκοπήσεων και πως αυτές συνδράμουν στα debates αλλά και γενικότερα.
Για να λάβει ένας υποψήφιος μέρος στα αρχικά debates στις εκλογές στις ΗΠΑ, δηλαδή αυτά του Ιουνίου και Ιουλίου, θα πρέπει είτε να έχει καταγράψει 1% ή περισσότερο σε τέσσερις εθνικές ή πολιτειακές δημοσκοπήσεις, ή να έχει λάβει δωρεά από τουλάχιστον 65.000 μοναδικούς δωρητές σε τουλάχιστον 20 πολιτείες. Σε μεταγενέστερα debates τα κριτήρια αυτά γίνονται αυστηρότερα, για παράδειγμα στα debates του Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου.
Συγκεκριμένα, ένας υποψήφιος θα πρέπει πλέον είτε να έχει καταγράψει 2% τουλάχιστον σε τέσσερις εθνικές δημοσκοπήσεις ή σε δημοσκοπήσεις που έχουν διεξαχθεί στις τέσσερις πολιτείες στις οποίες διεξάγονται οι πρώτες ψηφοφορίες σε επίπεδο προκριματικών. Κάθε δημοσκόπηση θα πρέπει να είχε δημοσιοποιηθεί μεταξύ 28 Ιουνίου και 28 Αυγούστου, δηλαδή ακριβώς πριν το debate του Σεπτεμβρίου και να έχει χρηματοδοτηθεί από ένα ή περισσότερους οργανισμούς οι οποίοι έχουν εγκριθεί από την Εθνική Επιτροπή των Δημοκρατικών, για παράδειγμα τηλεοπτικά/ραδιοφωνικά/έντυπα ΜΜΕ, Πανεπιστήμια κτλ.
Οι τέσσερις επιλέξιμες δημοσκοπήσεις θα πρέπει να έχουν διεξαχθεί από διαφορετικούς οργανισμούς ή, εάν από τον ίδιο οργανισμό, πρέπει να έχουν διεξαχθεί σε διαφορετικές περιοχές. Επιπλέον, ένας υποψήφιος θα πρέπει να έχει λάβει δωρεά από τουλάχιστον 130.000 μοναδικούς δωρητές στη διάρκεια των προκριματικών σε τουλάχιστον 20 πολιτείες. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παρέμβαση των δημοσκοπήσεων με την πιο πάνω μορφή είναι σημαντική.
Αυτό προφανώς ανοίγει την συζήτηση του πώς αντιμετωπίζονται οι δημοσκοπήσεις στην Κύπρο σε σχέση και με τα debates, την ίδια ώρα που θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιτυχία των δημοσκοπήσεων στην Κύπρο έχει καταγράψει παγκόσμιο ρεκόρ.
Τα τελευταία χρόνια, οι δημοσκοπήσεις στην Κύπρο καταγράφουν συνεχόμενη επιτυχία σε εθνικό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο, κάτι που δεν παρατηρείται σε άλλες χώρες σε τέτοιο μέγεθος. Γενικότερα, τα επιτυχημένα αποτελέσματα τόσο των προεκλογικών δημοσκοπήσεων αλλά και των exit polls απαντούν σε όσους ασκούσαν ή ασκούν κριτική κατά των δημοσκοπήσεων και σαφέστατα δίδουν μια ξεκάθαρη απάντηση σε τυχόν αμφισβητήσεις.
Ότι δηλαδή οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικότατο εργαλείο προς χρήση, του οποίου οι τάσεις και εκτιμήσεις μπορούν να καταστούν επικίνδυνα βοηθητικές εάν όμως κάποιος τις πιστεύει και τις συμβουλεύεται. Παρόλα αυτά, όμως, οι δημοσκοπήσεις δεν τυγχάνουν του απαιτούμενου σεβασμού και αναγνώρισης. Σε αντίθεση λοιπόν με τις ΗΠΑ, θα έλεγε κανείς ότι η Κύπρος έχει να διανύσει αρκετά μέχρι να αποκτήσει τον απαιτούμενο δημοσκοπικό πολιτισμό.




