Όταν τον Δεκέμβριο του 2001 αποκαλύφθηκε το επονομαζόμενο σκάνδαλο της Enron κανείς δεν φαντάστηκε ή μπορούσε να προβλέψει την δεδομένη στιγμή ότι ο αντίκτυπος του θα άγγιζε τρεις από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τι αφορούσε όμως πραγματικά το σκάνδαλο της προαναφερόμενης εταιρείας; Ουσιαστικά επρόκειτο περί λογιστικής απάτης η οποία οδήγησε στην πτώχευση της εταιρείας (η τρίτη μεγαλύτερη σε αξία πτώχευση στην ιστορία) και η οποία στοίχισε στους επενδυτές της εταιρείας 11 δις. δολάρια σε ζημιές. Με απλούς όρους, οι ελεγκτές της εταιρείας σε συνεργασία με την ίδια την Εταιρεία και τους διοικητικούς συμβούλους της συστηματικά και μεθοδικά επί σειρά ετών (από την δεκαετία του 90 μέχρι και το καλοκαίρι του 2011) απέφευγαν να αποτυπώσουν τις ζημιές της εταιρείας στις οικονομικές της καταστάσεις, δείχνοντας κέρδη τα οποία ουσιαστικά δεν υπήρχαν. Κατ’ αυτό τον τρόπο η μετοχή της εταιρεία συνέχιζε να ανεβαίνει σε αξία (θεωρείτο μάλιστα ως blue chip stock) με τους διοικητικούς συμβούλους της εταιρείας να πωλούν τεράστια πακέτα μετοχών σε ανυποψίαστους επενδυτές και να αποκομίζουν οι ίδιοι εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε παράνομα κέρδη.
Με την αποκάλυψη των πιο πάνω και την συνεπακόλουθη πτώχευση της εταιρείας, το 2004 σε μια προσπάθεια αποζημίωσης έστω και μερικώς των επενδυτών που είχαν υποστεί τεράστιες ζημιές καταχωρήθηκαν αγωγές εναντίον 11 τραπεζικών ιδρυμάτων τα οποία παρείχαν βοήθεια στους ελεγκτές της εταιρείας ώστε να αποκρύψουν την πραγματική οικονομική κατάσταση της Enron. Ανάμεσα στα τραπεζικά ιδρύματα τα οποία βρέθηκαν στο δικαστήριο ήταν οι Deutsche Bank, Royal Bank of Scotland και Barclays. Μέχρι και το 2008 όλες οι πιο πάνω αγωγές είχαν διευθετηθεί εξωδικαστικώς με την καταβολή 7.2 δις. δολαρίων περίπου.
Οι τρεις τράπεζες που αναφέρονται πιο πάνω τελούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπό την εποπτεία των Κεντρικών Τραπεζών των Κρατών-Μελών στα οποία εδρεύουν αλλά και υπό την εποπτεία της Κομισιόν, η οποία και έχει την εξουσία να προβεί σε έρευνα και επιβολή ποινών όπου εντοπίζεται παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Τέτοιες έρευνες από πλευράς της Κομισιόν εναντίον τραπεζικών ιδρυμάτων έχουν διεξαχθεί κατά το παρελθόν με την ίδια την Κομισιόν να προχωρεί στην επιβολή ποινών εναντίων των τραπεζικών ιδρυμάτων που εποπτεύονται. Δεν αποτελεί σκοπό του παρόντος άρθρου να επικρίνει ή να κρίνει τις ποινές που επιβάλλονται στα τραπεζικά ιδρύματα που κρίνονται ένοχα, θα αρκεστώ όμως να πω ότι σε σωρεία περιπτώσεων έχει παρασχεθεί αμνηστία (καμία επιβολή ποινής) σε αρκετά τραπεζικά ιδρύματα λόγω της συνεργασίας που επέδειξαν με την Κομισιόν κατά το στάδιο της διερεύνησης. Περαιτέρω, ανάλογα με τον βαθμό συνεργασίας η Κομισιόν έχει εξουσία να προχωρήσει σε έκπτωση επί του ποσού της επιβληθείσας ποινής.
Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν απαίτησε η Κομισιόν η οποιοσδήποτε Ευρωπαίος Επίτροπος το κλείσιμο των τραπεζικών αυτών ιδρυμάτων κατά τον τρόπο που έχουν αρχίσει σήμερα να αιτούνται το κλείσιμο του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος.
Με την οικονομία της χώρας μας να ασθμαίνει, με την τουριστική βιομηχανία να διέρχεται την χειρότερη στιγμή της από το 1974 οι Ευρωπαίοι Εταίροι μας έχουν αποφασίσει να ρίξουν στο τραπέζι το κλείσιμο του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος που είναι ίσως, αν όχι το μόνο, ένα απαραίτητο δεκανίκι ώστε να μπορέσουν ο τομέας παροχής υπηρεσιών και ο κατασκευαστικός τομέας να αποδώσουν τα απαραίτητα για την διάσωση της οικονομίας του τόπου.
Να υπενθυμίσω ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα, όπως και παρόμοια προγράμματα άλλων χωρών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρισκόταν και βρίσκεται υπό την εποπτεία της Κομισιόν. Εάν τα χρήματα των επενδυτών προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες υπάρχουν οι απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας ώστε να ελεγχθούν πριν γίνουν αποδεκτά από τις τράπεζες μας και τις αρχές που τις εποπτεύουν. Στην ερώτηση κατά πόσο οι ασφαλιστικές δικλείδες που υπάρχουν και τα μέτρα που λαμβάνονται χρήζουν βελτίωσης θα απαντήσω πολύ πιθανόν. Κατά τον ίδιο τρόπο που οι εσωτερικοί κανονισμοί και τα μέτρα που λαμβάνονται από τράπεζες – κολοσσούς χρήζουν βελτίωσης αφού φαίνεται ότι οι τράπεζες αυτές, χωρίς να το θέλουν ασφαλώς, υποπίπτουν στην δημιουργία καρτέλ και σε παραβιάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
Καταληκτικά θα πω ότι δεν είναι καιρός για αφορισμούς που οδηγούν στην καρατόμηση της Κυπριακής Οικονομίας. Είναι καιρός για σύμπλευση και ομοψυχία έτσι ώστε με ψυχραιμία να μπορέσουμε να εξεύρουμε το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο, το πλαίσιο ελέγχων και κανόνων που να θωρακίζουν το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα και να καθησυχάζουν του Ευρωπαίους Εταίρους μας, με τον ίδιο τρόπο που έχουν καταφέρει στο παρελθόν οι Deutsche Bank, Barclays, UBS, Societe Generale κ.α. να τους καθησυχάσουν.
Βαλεντίνα Σ. Κλεόπα
Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος,
Συνέταιρος στην ΚΛΕΟΠΑ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Δ.Ε.Π.Ε.
Δικηγόροι – Νομικοί Σύμβουλοι




