News Opinions Sigmalive Ο πολιτισμός της ουράς

Ο πολιτισμός της ουράς

Ο «πολιτισμός της ουράς» -ουρά στο λεωφορείο, στο σταθμό, στο κυλικείο, στο μουσείο, στον αρχαιολογικό χώρο, στο υπουργείο, στην υπεραγορά, στην τράπεζα κ.α.- έχει, κατά τον πλέον τραγικό τρόπο, αγγίξει ακόμα και τον θάνατο. Ολόκληρη η ανθρωπότητα έχει μπει στη λογική μιας ουράς θανάτου που ενώ γνωρίζουμε από που άρχισε δεν ξέρουμε πού θα τελειώσει. Ακόμα και στρατιώτες έχουν επιταχθεί, προκειμένου να επιτευχθεί τάξη στη διαχείριση της μακάβριας ουράς των φέρετρων, έξω από τα κρεματόρια και τα νεκροταφεία. Στη τραγική Λομβαρδία, σε ολόκληρη την Ιταλία, στην Ισπανία (τις ώρες που σύρονται οι γραμμές τούτες) αύριο στην Αγγλία και μετά ποιος ξέρει, γράφονται οι επίλογοι  του προσωπικού δράματος, όχι μόνο των χιλιάδων που φεύγουν μόνοι, αλλά και των γιατρών, των νοσοκόμων, των νεκροθαφτών.  Οι τελευταίοι, στο πίσω μέρος της ιστορίας, βιώνουν ίσως το τραγικότερο τμήμα του θλιβερού σεναρίου που είναι και δεν είναι πραγματικό, που είναι και δεν είναι κινηματογραφικό. Ζούμε μεταξύ μιας εικόνας και μιας πραγματικότητας που ούτε η φαντασία του Δάντη θα μπορούσε να περιγράψει.

Η επιδημία έχει, εκτός των άλλων, βάλει σε κρίση όχι μόνο τα συστήματα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, αλλά και αυτό τούτο το κεντρικό ζήτημα ηθικής έναντι της ζωής και του θανάτου.

Βιώνεται ο πολιτισμός αυτός της ουράς, ως υλική σωματική αλήθεια, στον προθάλαμο της εντατικής, στο νεκροτομείο, στο κρεματόριο, στο κοιμητήριο. Πνευματικώς, τον ζούμε στο μυαλό μας μέσα, με όχημα τη λογική που εμπεριέχει το σύνθημα ότι όλοι μας πρέπει: να υποθέσουμε πως έχουμε τον ιό μέσα μας μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.

Το τρομακτικό δίλημμα της απόφασης ποιος να κρατηθεί και ποιος όχι στη ζωή, δεν αποτελεί πλέον ρητορικό σχήμα αλλά τίθεται ανεξέλεγκτα, σχεδόν μαζικά, στην πράξη. Τα παλιά, όσο ο άνθρωπος, ερωτήματα τίθενται ξανά επι τάπητος. Για τους θεούς, για το δίκαιο, για το όριο και την υπέρβαση του, για το ποιοι είμαστε και που πάμε, για τις σχέσεις ζωής (διαπροσωπικές και συλλογικές, κοινωνικές και πολιτικές), για το μέλλον. Προνόμια των θεών και της μοίρας, έτσι νομίζαμε, σήμερα παραδίδονται στην συνείδηση όποιου η συγκυρία τον έχει φέρει κοντά στον μελλοθάνατο. Μια μάσκα ολίγων ευρώ χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο, την στιγμή που κάποιοι -εντελώς βέβαιο είναι αυτό- συσκέπτονται στα σκοτεινά μυαλά τους τρόπους να αποκομίσουν κέρδη (δεν αναφέρομαι μονάχα σε άτομα και βιομηχανίες, αλλά και σε κράτη).

Η αρχαιοελληνική τραγωδία ωχριά μπροστά στα νέα διλήμματα των ιατρών, της επιστήμης, της ηγεσίας αλλά και του απλού πολίτη. Η διπλή καταδίκη να πεθάνουν ορισμένοι μόνοι, χωρίς κανένα οικείο δίπλα, χωρίς καν να τους επιτρέπεται ένα συνοδευτικό σημείωμα στο τελευταίο τους ταξίδι, ένα αγαπημένο τους ελάχιστο αντικείμενο, χωρίς το τελευταίο χάδι του/της συζύγου, του παιδιού, του πατέρα ή και της μητέρας.  Στα όρια ποιου πολιτισμού εντάσσεται η πρακτική ετούτη; Ερωτήματα μαστιγωτικά, που όμως δεν αντέχουν σε εύκολες και επιπόλαιες απαντήσεις όπως αυτές που χυδαία πλημμυρίζουν τα ΜΚΔ.

Οφείλουμε να απαντήσουμε ως άτομα, ως κοινωνίες, ως ανθρωπότητα. Όχι μόνο για την υπεράσπιση του δικαιώματος στη ζωή, αλλά και για το δικαίωμα στο θάνατο αλλά και σε αυτά του θανάτου. Η πάνδημη υγειονομική κρίση θέτει τα πάντα αν όχι υπό αμφισβήτηση τουλάχιστον υπό αναθεώρηση. Για την ευθανασία, για την έκτρωση, για τη θρησκεία. Πώς είναι δυνατόν, σε τέτοια έκταση ολέθρου, η εκκλησία (έστω μέρος της) να αδιαφορεί τόσο πολύ για τη ζωή και την ίδια στιγμή να προστατεύεται στο απυρόβλητο από την πολιτεία; Μέχρι  χθες τα ερωτήματα αυτά, και πολλά σχετικά ακόμα, ανήκαν στις περιοχές της ψυχολογίας, της φιλοσοφίας, της ανθρωπολογίας. Σήμερα είναι στο σπίτι του καθενός, στο μυαλό του.

Έγραψα, σε εντελώς ανύποπτο χρόνο, (πού να φανταστώ το ακραίο σενάριο που βιώνουμε) τα εξής: ο πολιτισμός μας δεν είναι παρά μια διαρκής αγωνία σχετικά με την διευθέτηση του νεκρού σώματος. Πώς να απαλλαγούμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το νεκρό, είτε για συγγενή πρόκειται, είτε για φίλο, είτε για βασιλιά, είτε για εχθρό.

Το ζήτημα αυτό έχει τις απαρχές του στην εποχή που ο Homo Erectus, κατεβαίνοντας από το δέντρο, ανόρθωσε σώμα και νου, έφτιαξε εργαλεία, μα κυρίως σμίλεψε συνείδηση. Από τότε, στην πρακτική και θεωρητική του προσπάθεια να τακτοποιήσει το πτώμα, ο Homo Sapiens οργάνωσε τελετές,  επινόησε ίδρυσε θρησκείες και έσκαψε ή έχτισε τάφους, πολλούς τάφους, από τους πλέον μεγαλοπρεπείς και ματαιόδοξους, όπως είναι οι φαραωνικοί, μέχρι και τους πιο ταπεινούς, από τους οποίους αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι και παλαιοντολόγοι επιχειρούν να συμπεράνουν αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινο πολιτισμό.

Μπορεί να κάναμε εργαλεία, να χτίσαμε πόλεις και αυτοκρατορίες, να εφηύραμε τη γραφή και την επιστήμη, να περάσαμε από τη μια στην άλλη θεότητα και να πετύχαμε αλγορίθμους που προβλέπουν όχι μόνο την ψυχολογική μας διάθεση αλλά και την πολιτική μας σκέψη -μάλιστα πριν από εμάς, προτού εμείς οι ίδιοι την εκφράσουμε- όμως στην ουσία και στο βάθος, ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος όπως ήταν ο μακρινός μας πρόγονος, ο κυνηγός-τροφοσυλλέκτης. Αναφέρομαι φυσικά στις βασικές, θεμελιώδεις και ζωτικές προκαταλήψεις του μπροστά στο θάνατο, μπροστά στον κίνδυνο, μπροστά στο φόβο, μπροστά στον έρωτα, μπροστά στον μεταθάνατο, μπροστά στην αρρώστια.

Η λαϊκή κυπριακή έκφραση «σαν την υγείαν εν έσιει», εκφράζει πιστεύω διατοπικά όλες τις εποχές.

Σήμερα ολόκληρη η ανθρωπότητα οικουρεί υποχρεωτικώς και δια νόμου υπακούοντας εκών άκων στα κελεύσματα, όχι μονάχα της κρατικής εξουσίας αλλά και της μυστικής φωνής μέσα του, που είναι υπεύθυνη για την ενεργοποίηση των μηχανισμών αυτοάμυνας. Πρόκειται για τους ίδιους, απαράλλακτους μηχανισμούς, που διέθετε ο καλλιεργητής των Μεσοποτάμιων πολιτισμών και πριν από αυτόν ο Homo Habilis. Τίποτε δεν συνενώνει πιο πολύ μια κοινωνία από την αγωνία του αφανισμού. Για κανένα άλλο φαινόμενο της ζωής δεν είναι τόσο προετοιμασμένος και διατεθειμένος ο άνθρωπος να ξοδέψει τα πάντα αγόγγυστα, όσο για την υγειά του. Μπροστά στον πάνδημο κίνδυνο το σώμα γίνεται αντικείμενο ύψιστης προσοχής, είτε ως ζων οργανισμός που έχει ανάγκη υγείας, είτε ως άψυχο σώμα που έχει ανάγκη διευθετήσεως, ταφικής, καυστικής ή άλλης.

Ο Α. Καμύ στο αριστούργημα του «Η πανούκλα» -τόσο τραγικά επίκαιρο- αναδεικνύει την υπαρξιακή οδύνη που μας δένει με δυνάμεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε.

Ο Σοφοκλής, στο κορυφαίο του έργο «Η Αντιγόνη» διαπραγματεύεται, πάνω στο καταδικασμένο από τον Κρέοντα νεκρό σώμα του Πολυνείκη, από τη μια την κορύφωση της ύβρεως και από την άλλη μεγάλες και βαθιές αλήθειες οι οποίες κρύβονται μέσα σε αντιθέσεις καίριες μέχρι σήμερα: Ειμαρμένη-βούληση, κείμενος-άγραφος νόμος, εξουσία-ελευθερία, αυτοπραγμάτωση. Όπως επίσης η σύγκρουση ατομικής ή επαγγελματικής (βλέπε ιατρικής υπό τας περιστάσεις) ηθικής με την ηθική-νόμο της θεσπισμένης κοινωνίας.

Ο Σέλινγκ περιγράφει την ελληνική τραγωδία ως αυτό που «τιμά την ανθρώπινη ελευθερία στο μέτρο που δίνει στους ήρωες της, τη δύναμη να αγωνιστούν ενάντια στην απεριόριστα ανώτερη δύναμη του πεπρωμένου».

Οι Αθηναίοι εκτελούν τους στρατηγούς τους γιατί δεν μπόρεσαν εν καιρώ τρικυμίας να περιμαζέψουν τους νεκρούς μιας ναυμαχίας!

Το ερώτημα επιμένει. Υπάρχει τρόπος; πως αντιμετωπίζεται ο πάνδημος φόβος, πώς μπορεί και πρέπει να τύχει διαχείρισης ο θάνατος όταν επέρχεται ως τραγωδία;

Έρευνες επιστήμης θεωρούν ότι η φυσική αρχική αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στους φοβερούς κινδύνους αφανισμού του από τις υπέρτατες δυνάμεις της φύσης και θηρίων, τον ανάγκασαν  σε συνεργασία, η οποία με την σειρά της, τον οδήγησε στη κοινωνικοποίηση και στην αυτοσυνειδησία. Αναγκασμένος στον συνεργατισμό ο άνθρωπος, οργανώθηκε σε φυλές, σε κοινότητες, σε κράτη. Νόηση και γλώσσα, τα πιο σπουδαία μας όπλα, αποκτήθηκαν χάρη στην κοινωνική συνεργασία, χάρη στην αλληλεγγύη και την κοινή προσπάθεια.

Θέλω να καταδείξω πως η κοινωνική αλληλεξάρτηση δεν είναι προαιρετική. Είναι ουσιώδης. Είναι συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ. Ό,τι και να κάνεις απομονωμένος, εσύ και ο εαυτούλης σου, η οικογένειά σου, το έθνος σου, ακόμα και πρόσκαιρα αν βοηθήσουν, μακροπρόθεσμα θα στραφούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εναντίον σου. Ακόμα ότι, η ανθρώπινη συνθήκη νοηματοδοτείται μόνο μέσα σε μια κοινωνία ανθρώπων.

Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει από τον ιό αν βαθιά μέσα του δεν αντιληφθεί, δεν κατανοήσει αυτό που στην Αθηναϊκή Δημοκρατία ισοδυναμούσε με τον τελευταίο ξεπεσμό του πολίτη, ξεπεσμό που συνίστατο στην ιδιωτικότητα. Ο ιδιώτης, ο μη μετέχων στα κοινά, ήταν μίασμα πολιτικό και κοινωνικό.

Όμως υπάρχει μια αντίφαση, κάτι παράδοξο. Η ιδιωτικότητα στην εποχή μας έχει αποκτήσει μιάν άλλη σημασία. Έχει συνδεθεί με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαιώματα ελευθερίας έναντι της αυθαιρεσίας της εξουσίας, της τρομοκρατίας, (ατομικής και κρατικής). Έτσι το διακύβευμα, στην ιστορική στιγμή που διανύουμε, δεν είναι πόσοι και ποιοι από εμάς θα πεθάνουν και σε ποια ηλικία. Όσους κι αν πάρει ο ιός, λογικά δεν θα είναι περισσότεροι από όσους παίρνει ο Μολώχ της ασφάλτου, ο διαβήτης, ή ο καρκίνος κάθε εβδομάδα που περνάει. Όσους σιωπηλά και με σταθερή συχνότητα θερίζει η πείνα, η φτώχια, οι πόλεμοι, η βλακεία. Ο παραλογισμός των πυρηνικών πώς άλλως πως, μπορεί να ονομαστεί;

Αυτό το ρεσιτάλ τρόμου από τα ΜΜΕ, ποιος θα το απομονώσει; αν όχι ένας διαβασμένος πολίτης, ένας ενημερωμένος δημότης, ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, ένας πολιτικοποιημένος -όσο κι αν η λέξη ηχεί περίεργα πια- ψηφοφόρος;

Είθε, η εγρήγορση των ημερών, να φωτίσει έστω και μέρος του πληθυσμού, προς μια νέα κατεύθυνση σκέψης, προς ένα νέο τρόπο ζωής, που θα έχει επίκεντρο κάποιες αξίες που χάθηκαν, αλλά και κάποιες καινούργιες που φέρνουν οι νέες επαναστατικές, μα και άκρως επικίνδυνες αν δεν ελεγχθούν, τεχνολογίες, της πληροφορικής, της βιογενετικής, της κυβερνητικής. Στο σταυροδρόμι μπροστά μας στέκονται δυο προκλήσεις. Η χύδην εισδοχή στον κάδο του πλυντηρίου που διαφημίζουν οι αγορές του δήθεν φιλελευθερισμού και η αξιοπρεπής επιλογή της άρνησης αποδοχής του αφηγήματος τους.

Η λαίλαπα του ιού θα περάσει. Ο κατ’ οίκον περιορισμός επίσης. Κάποιες συνέπειες θα μείνουν. Κυρίως αυτές που άπτονται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ροπή των εξουσιών, πασών των μορφών, έχει ένα κοινό παρονομαστή. Την μεγιστοποίηση του ελέγχου. Την τάση μονιμοποίησης των εκτάκτων μέτρων. (Μέγα παράδειγμα το κούρεμα -τί κακόηχη λέξη - του οποίου η κατάφορη αδικία παρέμεινε σε βάρος μερικών αθώων θυμάτων, από μια βλακώδη και ανάλγητη στο έπακρο απόφαση). Αν υπάρχει κάτι του οποίου η σταθερότητα πολλάκις έχει επαληθευθεί, είναι η ικανότητα των κυβερνώντων να παρατείνουν, για όσο τουλάχιστο δεν υπάρχει μαζική και διαρκής αντίσταση, κάθε έκτακτο μέτρο. Τα δρακόντεια και δαπανηρά μέτρα που εκτάκτως ληφθήκαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου όχι μόνο δεν έχουν χαλαρώσει, αντίθετα ενισχύονται διαρκώς με νέα πολυέξοδα τεχνολογικά συστήματα εν η στιγμή οι οικονομίες ρίχνουν ολοένα και περισσότερους νέους στην ανεργία και ολοένα και πιο πολλές οικογένειες στη φτώχεια.

Ιστορίες όπως αυτή του «Brexit», αφηγήματα όπως αυτά του Τράμπ, στο μέλλον μπορεί να προκαλούν θυμηδία, ίσως όμως να γίνουν παραδείγματα προς μίμηση. Υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο χειρότερων εκδοχών.

Ο Ν. Τσόμσκι στον «δεκάλογο» του περιγράφει ως δέκατο εργαλείο ελέγχου το ότι το σύστημα γνωρίζει τα άτομα καλύτερα απ’ ότι αυτά τους εαυτούς τους.

Ο Γ.Ν. Χαράρι σε ένα πρόσφατο άρθρο του για τη τρέχουσα κρίση γράφει: Η ανθρωπότητα πρέπει να κάνει μια επιλογή, θα βαδίσουμε στο δρόμο της ασυμφωνίας ή θα υιοθετήσουμε την πορεία της παγκόσμιας αλληλεγγύης;

Η επιδημία που μας πλήττει συνιστά ίσως την μεγαλύτερη δοκιμασία κοινωνικής ευθύνης, μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Ειδικά για την Ε.Ε. η οποία διατείνεται πομπωδώς πως βρίσκεται στην πρωτοπορία του κοινωνικού κεκτημένου, αποτελεί πρόκληση κλειδί. Ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστεί την κρίση, θα καταδείξει αν μπορεί να διαχειριστεί υπεύθυνα τα πολύ μεγαλύτερα και σοβαρότερα προβλήματα που έρχονται. Περιβάλλον, πυρηνικά, μεταναστευτικό, πληθυσμιακή έκρηξη, εξαθλίωση, ολοκληρωτισμός.

Θα τα καταφέρει να υψωθεί πάνω από το ρατσιστικό; το εθνικιστικό; το φοβικό; Θα βρει τρόπους υπέρβασης, ώστε γρήγορα να κατανοήσει πως η απάντηση δεν βρίσκεται στα χρηματοφυλάκια αλλά σε μέτρα δικαίου και ισότητας; (αλήθεια, πού ήταν τόσο καιρό όλα αυτά τα δις που ανήγγειλε; Και γιατί δεν απελευθερώθηκαν όταν οι μισοί λαοί της Ευρώπης στέναζαν επι μια δεκαετία κάτω από τη πιο αυστηρή λιτότητα;)Θα κατορθώσει να ανορθώσει την κλονισμένη εμπιστοσύνη του πολίτη;

Η κρίση που διάγουμε είναι κρίση δημοκρατίας, κρίση θεσμών, κρίση ηγεσίας αλλά και λαού. Δεν είναι οικονομική η κρίση, λεφτά υπάρχουν και περισσεύουν. Μόνο τα πυρηνικά να σταματήσουν, οι πεινασμένοι θα έχουν τουλάχιστο ένα πιάτο. Χρειαζόμαστε ηγεσίες με όραμα ελευθερίας, με όραμα ανθρωπιάς. Χρειαζόμαστε ηγεσίες που να έχουν σύνεση και δημιουργική σκέψη, μόρφωση. Αλλά και θάρρος. Ποιος θυμάται πια τον Σολωμό; Με λογισμό και όνειρο. Ποιος τον Κάλβο: θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία. Τον Μακρυγιάννη: να μην λέμε εγώ αλλά εμείς. Ποιος ηγέτης είναι στο ύψος των περιστάσεων; Και ο πολίτης; Ποια η ευθύνη του;

 

Ζήνωνας Σιερπεκλής - Αρχιτέκτων 

Top