News Opinions Sigmalive To κυπριακό πρόβλημα, η γεωγραφία και οι ακραίοι

To κυπριακό πρόβλημα, η γεωγραφία και οι ακραίοι

To κυπριακό πρόβλημα στο πεδίο των ιδεών αποτελεί ένα από τα πιο «κακοπαθημένα» ζητήματα. Με το πέρασμα των δεκαετιών, και κυρίως μετά το 1974, αυτή η πραγματικότητα επιδεινωνόταν, για να φτάσουμε σήμερα σε πραγματικά πρωτόγνωρες ιδεολογικο-πολιτικές «ιδέες». Αν υποθέσουμε ότι η Κύπρος βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο ή κάπου στις Κυκλάδες, το κυπριακό πρόβλημα, δηλαδή η επεκτατική βουλιμία της Τουρκίας, απλά δεν υφίστατο. Θα είχε λυθεί τουλάχιστον πριν από ένα αιώνα.

 Αν  πάλι οι Άγγλοι απέδιδαν την Κύπρο στην Ελλάδα ως όφειλαν,  δεν θα γεννιούνταν ποτέ  απόψεις του τύπου «ήταν λάθος ο αγώνας της ΕΟΚΑ», ήταν «λάθος η εμμονή μας στην Ένωση» κ.ά. Τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες  με «ιδεολογήματα» και «εκλογικεύσεις» για το πόσο ανάρμοστα φερθήκαμε  και συνεχίζουμε να φερόμαστε οι Έλληνες Κύπριοι, με αποτέλεσμα να μην λύνεται το κυπριακό. Και η αυτομαστίγωση συνεχίζεται για χρόνια.

Αφού δεν μπορέσαμε να ελέγξουμε την  «γεωγραφία» μας και να την εκμεταλλευτούμε, αυτή μετεξελίχθηκε σε  κατάρα για την  Κύπρο, όπως ενδεχομένως εξελιχθεί και η υπόθεση των υδρογοναθράκων. Ακόμα και όταν επιχειρούσαμε να ελέγξουμε το γεωγραφικό μας μειονέκτημα, ερχόμασταν μόνοι μας και κατακρημνίζαμε αυτό που οικοδομούσαμε. Αναφέρομαι στην μοιραία αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας το 1967, μετά από μια τριετή παρουσία, και σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, την κατάργηση του «δόγματος» του  Ενιαίου Αμυντικού Χώρου πιο πρόσφατα. Καταργήθηκε μετά από έξι έτη, κατά την διάρκεια των  οποίων  «επιβλήθηκε»   στον ξένο παράγοντα και μετρούσε  σαν ένα «κεκτημένο» της ελληνικής πλευράς, το οποίο σε τελευταία ανάλυση μπορούσε να αξιοποιήσει και  διαπραγματευτικά. Η κατάργηση του  από την κυβέρνηση Σημίτη δεν ήταν άμοιρη των ιδεολογημάτων που κατέτρυχαν την εκσυγχρονιστική υποτίθεται  πολιτική της ως προς τα εθνικά ζητήματα. Μια πολιτική  η οποία  υιοθετήθηκε στην Λευκωσία από τους «Ευρωπαϊστές» με πρωτοφανή ζέση.

Από την εμφάνιση του Σχεδίου Ανάν στα τέλη του 2002, τα ιδεολογήματα αυτά, ανάμεικτα με πολλή ηθικολογία, απαραίτητη ως προς το αυτομαστίγωση, βγήκαν δυναμικά στην  φόρα. Αυτά αβγάτισαν και κατάφεραν με μεγάλη  ευκολία να διαδοθούν και να   ελέγξουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τον δημόσιο λόγο. Σερβιρίστηκαν σαν σύγχρονες ιδέες, μακριά δήθεν «από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος» και   εμφυτεύτηκαν γρήγορα  σε μεγάλο μέρος του  κομματικού  και παρακομματικού  προσωπικού.

Τα τελευταία χρόνια οι πιο ακραίοι έχουν καταστεί μια διακριτή, διακομματική ομάδα:  πέραν της στοιχειώδους λογικής, έμπλεοι από ένα ρηχό και αφελή ιδεαλισμό, είναι έτοιμοι εδώ και τώρα να δεχτούν μια τουρκική λύση, ακόμα χειρότερη από αυτή του Σχεδίου Ανάν. Με την ίδια ευκολία όπως επένδυσαν στον Χριστόφια ως «πρόεδρο λύσης», στράφηκαν στη συνέχεια στον Αναστασιάδη, ενώ στις τελευταίες εκλογές, αφού διαψεύστηκαν και από τον Αναστασιάδη που «αλληθώρισε», στήριξαν τον Σταύρο Μαλά. Δεν είχαν κανένα απολύτως πρόβλημα να «καρφώσουν» τον αλλοτινό μαχητικό υπέρ της «λύσης» Νίκο Αναστασιάδη. Πολλοί ακόμα και μέσα από το κόμμα του – οι πιο φανατικοί το έκαναν ανοικτά - παρ’ όλες τις ευεργεσίες που μπορεί να δέχτηκαν.   

Θα μπορούσε ίσως μπορεί να προκληθεί ένα ρήγμα στην ιδεολοπτική τύφλωση κάποιων αν απαντηθεί ένα θεμελιώδες ερώτημα. Γιατί τόσα χρόνια δικοί τους άνθρωποι στην εξουσία δεν έφεραν την λύση; O Γιώργος Βασιλείου και ο Γλαύκος Κληρίδης κυβέρνησαν δεκαπέντε συνεχόμενα χρόνια, γιατί δεν υπέγραψαν λύση; Μετά το διάλλειμα του Τάσσου Παπαδόπουλου, ακολούθησε ο Χριστόφιας για άλλα πέντε χρόνια, και στην συνέχεια ο Αναστασιάδης. Θα ήταν εξαιρετικά ωφέλιμο για όλους μας αν, μακαρίτες και ζώντες, μας είχαν πει με ειλικρίνεια, χωρίς σκοπιμότητες, τι είναι εκείνο μέσα τους που τους  κράτησε και δεν προχώρησαν  σε λύση;

Το ερώτημα είναι κεντρικό. Έχοντας την πλέον ευνοϊκή συγκυρία για τους ίδιους και τα κόμματα τους, από την προεδρία Βασιλείου και μετά: την δεδομένη στήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Την αποστασιοποίηση των κυβερνήσεων στην Αθήνα, οι οποίες (δυστυχώς) δεν θα τους εμπόδιζαν. Την εύνοια και την μόνιμη επιθυμία και «συμπαράσταση» των Αμερικανών, των Άγγλων, και της περιώνυμης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και από το 2003 την απομάκρυνση  του Ραούφ Ντενκτάς. Γιατί δεν προχώρησαν;

Και φυσικά ας μη λεχθεί, ότι δεν τους έφτασε ο χρόνος. Τις προάλλες ο Άντρος Κυπριανού μας είπε ότι το κυπριακό μπορεί να λυθεί σε μια εβδομάδα! Kαι δεν αναφερόταν στην προϋπόθεση  αλλαγής στάσης της τουρκικής πλευράς, αλλά στην «βούληση» της κυβέρνησης Αναστασιάδη!! O Βασιλείου ήθελε «λύση χθες», πέντε ολόκληρα χρόνια γιατί δεν την έφερε; Τρία  χρόνια με τον Ταλάτ ο μακαρίτης ο Χριστόφιας γιατί δεν το έλυσε;   

 

* Ο Χρήστος Αλεξάνδρου είναι Ιστορικός - Πολιτικός Επιστήμονας

 

Top