Η πρόσκληση κόστους στην Τουρκία με αξιοποίηση της ΕΕ μπορεί να λάβει πολλές μορφές. Τα πιο κάτω δύο παραδείγματα απαιτούν συλλογική προσπάθεια μεταξύ Κυβέρνησης, Γραφείου Ευρωπαίου Επιτρόπου και Ευρωβουλευτών. Για να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα, πρέπει να υπάρχει ανάλογη πολιτική. Δυστυχώς, παρά τις ευνοϊκές συγκυρίες, κοινή πολιτική δεν υπάρχει σήμερα.

Το πρώτο παράδειγμα αφορά την πρόταση για ευρωπαϊκή απαγόρευση πώλησης όπλων στην Τουρκία, την οποία κατέθεσα στην υπό διαμόρφωση έκθεση για την Τουρκία ως συνέχεια αποφάσεων της Γερμανίας και Αυστρίας, δείγμα της συγκυρίας. Σε αρχικό στάδιο, η πρόταση έτυχε στήριξης Κυπρίων, Ελλαδιτών και ξένων Ευρωβουλευτών, αλλά απαιτούνται πολλά. Παρεμπιπτόντως, πέραν της απαγόρευση πώλησης όπλων, έγινε κατάθεση πολλών τροπολογιών στην έκθεση για τις υποχρεώσεις της Τουρκίας και τη συνεχιζόμενη κατοχή που περιλαμβάνουν:

· εκπλήρωση των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της Τουρκίας προς την Κυπριακή Δημοκρατία πριν οποιαδήποτε συζήτηση για αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας

· παράδοση των Βαρωσίων στους νόμιμους κατοίκους και επίρριψη της ευθύνης για την έλλειψη προόδου στο Κυπριακό στην Τουρκία

· την εξαθλίωση των 100 περίπου πολιτικών κρατουμένων σε απεργία πείνας στις τουρκικές φυλακές

· τις παραβιάσεις και άλλες προκλήσεις της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ

· τον διορισμό εισηγητή του Ευρωκοινοβουλίου για θέματα αγνοουμένων της Κύπρου και την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς στα κατεχόμενα

· την απαράδεκτη συνεργασία της Τουρκίας με το Ισλαμικό Κράτος

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά στην αξιοποίηση της Κύπρου στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ, μετά το BREXIT. To νομικό πλαίσιο για την Κοινή Πολιτική Ασφάλεια και Άμυνα απορρέει από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, αλλά πολιτικές διαφορές ανάμεσα στα Κράτη-Μέλη δεν επέτρεψαν τη διαμόρφωσή της. Μετά την απόφαση του Ην. Βασιλείου για BREXIT, τις πολιτικές προτεραιότητες των ΗΠΑ σε αμυντικά θέματα για την Ευρώπη, τη συνεχιζόμενη αστάθεια και άλλα, η συζήτηση είναι στο προσκήνιο με εντεινόμενο ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική, όπου η Κύπρος μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξυπηρέτηση ευρωπαϊκών συμφερόντων και διαμέσου αυτών, των δικών της συμφερόντων.

Το νομικό πλαίσιο προνοεί σύσταση και λειτουργία κοινών δομών άμυνας εντός της ΕΕ είτε από το σύνολο των Κρατών-Μελών, είτε από αριθμό τους. Στα δύο χρόνια, λοιπόν, που θα διαρκέσει ο διάλογος ανάμεσα σε ΕΕ και Ην. Βασίλειο, η Κύπρος μπορεί να προωθήσει τον δικό της ρόλο στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας με εκείνα τα κράτη εντός ΕΕ με ειδικό ενδιαφέρον για την περιοχή μας, π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ελλάδα. Άλλωστε, οι κίνδυνοι ασφάλειας και η αστάθεια στην Αν. Μεσόγειο θα συνεχιστούν, αλλά οι στρατηγικές επιδιώξεις του Ην. Βασιλείου (που εκμεταλλεύεται τις στρατιωτικές βάσεις του στην Κύπρο) δεν εξυπακούεται ότι θα ικανοποιούν τις επιδιώξεις της ΕΕ.

Πρόκειται για μακρόπνοο σχεδιασμό που απαιτεί τη συνεργασία Κυβέρνησης, Γραφείου Ευρωπαίου Επιτρόπου, Ευρωβουλευτών, τη στήριξη των πολιτικών δυνάμεων και φυσικά την εμπλοκή εμπειρογνωμόνων για επεξεργασία συγκεκριμένων σχεδίων (από ζητήματα χρηματοδότησης μέχρι υποδομών). Ως αφετηρία, η σύσταση και εγκατάσταση στην Κύπρο ενός επιτελείου διαχείρισης κρίσεων και ταυτοχρόνως η δημιουργία Ναυστάθμου, θα εξυπηρετούσε καίριες ευρωπαϊκές ανάγκες και δικές μας.

Σημειώνεται ότι πρόσφατα η Γερμανία αναζητούσε μετεγκατάσταση στρατιωτικού της αποσπάσματος από την Τουρκία σε χώρα της περιοχής σε συνδυασμό με υποστήριξη σε θέματα ασφάλειας. Πέραν από τα αυτονόητα οικονομικά πλεονεκτήματα και θέσεις εργασίας, το πλέον σημαντικό είναι η στρατηγική επιδίωξη ενδυνάμωσης του συστήματος ασφάλειας στην Αν. Μεσόγειο γύρω από την Κύπρο. Η τουρκική κατοχή και οι απειλές στο ενεργειακό επιβάλλουν συνετή και μακρόπνοη πολιτική.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D) -
[email protected]