Είναι πάνω από μια ώρα που ακούγονται αναφιλητά από το μονόκλινο που νοσηλεύεται η μικρή Δανάη.

Ο Νοσηλευτής, στην αλλαγή, μόλις είχε ακουμπήσει τη καρέκλα για να γράψει τη νυχτερινή λογοδοσία. Ακούγοντας βήματα, πετάγεται έξω. Μια σιλουέτα τον πλησιάζει. Είναι η μαμά της μικρής. 

- Είμαι....
- Ξέρω, τη διακόπτει ο Νοσηλευτής. Η Δανάη. Κλαίει. Ακόμα. 
- Ναι. Με έστειλε να σε διώξω. Είσαι ο μπαμπούλας, λέει. Σε φοβάται πολύ. Δεν έχει και μπαμπά πλέον, να νιώθει ασφαλής. Όλο τη τρυπάς και τη πονάς. Συγχωρέσε τη. Δε καταλαβαίνει γιατί γίνονται όλα αυτά.
- Ώστε είμαι ο μπαμπούλας.....μάλιστα. Πείτε της, ότι σε 5 λεπτά θα είμαι εκεί, να της δώσω κάτι κι αν θέλει, να κοιμηθεί στην αγκαλιά μου απόψε. Αύριο κρίνεται η ζωή της. Δε θέλω να είμαι ο μπαμπούλας της.

Η μητέρα, σκυφτή σχεδόν καμπουριαστή, με αργό συρτό βήμα, ματιά κατακόκκινα από την αϋπνία και πρόσωπο που ο χρόνος και ο πόνος συνωμοτήσαν εναντίον του, πηγαίνει στο κορίτσι να το ενημερώσει.
Πράγματι, μετα από 5 λεπτά, ο Νοσηλευτής μπαίνει με ένα πλατύ χαμόγελο, προσπαθώντας έτσι να κρύψει την αγωνιά και τη θλίψη του γι αυτά που ζει και νιώθει.
Η Δανάη μόλις τον βλέπει, ασυναίσθητα, κουκουλώνεται κάτω από τα σκεπάσματα. Η μικρή της, πονεμένη καρδούλα ακούγεται μέχρι τη πόρτα σαν τύμπανα πολέμου. Του πολέμου που της κήρυξε ο χάρος.
Ο Νοσηλευτής κάνει νόημα στη μητέρα να περάσει έξω και πλησιάζει το κρεβάτι της βασανισμένης μικρής ψυχής.
- Δανάη! Με φωνή πνιχτή, με το ζόρι ακούγεται, σκουπίζει τα τελευταία δάκρυα που δραπέτευσαν από τα μάτια του και φορώντας το επίσημο χαμόγελο του, παίρνει τα σκεπάσματα απο τη Δανάη.
- Μη μου κάνεις άλλο κακό. Πονάω πολύ. Ένας βαθύς αναστεναγμός διακόπτει τη μικρή. Γιατί με πονάς; Εγώ δεν έκανα κακό σε κανέναν.

Ο Νοσηλευτής προσπαθεί να της χαϊδέψει το κεφάλι. Το γυμνό κεφάλι. Η Δανάη κάνει πίσω.
- Κορίτσι μου όμορφο......
- Δε μπορώ να καταλάβω, τον διακόπτει η μικρή, πώς μπορεί κάποιος άνθρωπος να κάνει μια τέτοια απαίσια δουλειά. Να πονάει τα παιδάκια. Θα ήθελες εσύ να το έκαναν αυτό στο δικό σου παιδάκι; 
Τα μάτια της, λάμπουν. Είναι τοσο αθώα. Το κορμάκι της τόσο αραχνοΰφαντο, εύθραυστο. Οι θεραπείες βλέπεις. Τη λιώνουν μέρα με τη μέρα. 
- Αγάπη μου γλυκιά, να κάτσω διπλά σου; Θέλω να σου πω ενα μυστικό και να σου δώσω κάτι.
Η Δανάη αφού το σκέφτεται λίγο, γνέφει συγκαταβατικά.
Η μητέρα εξω απο το θάλαμο κοιτάζει βουρκωμένη απο τη χαραμάδα της πόρτας. Μέσα είναι ο άγγελος της. Και πονάει. Τι θα της δώσει αυτός ο ξένος; Ο μπαμπούλας.
- Ξέρεις, Δανάη......τα λόγια βγαίνουν με το ζόρι. Εκείνα τα μάτια του παιδιού τον έχουν καρφώσει. Θέλει να αφεθεί ελεύθερος, να τη σφίξει στην αγκαλιά του. Είχε κι αυτός μια Δανάη. Πριν πολλά χρόνια. Τώρα την έχει μέσα του.
- Πες μου μπαμπούλα, τι θες να μου πεις;
Ο Νοσηλευτής δεν αντέχει άλλο. Βουρκώνει. Ανοίγει τη παλάμη του και αφήνει αυτό που είχε υποσχεθεί δίπλα στη Δανάη. 
- Ωωωω!, τι όμορφο κορίτσι! Δικό σου ειναι; Θα μου τη φερεις καμία μέρα να μου κάνει παρέα;

Ο Νοσηλευτής δείχνει ψηλά. Δε μπορεί πλέον να μιλήσει. 
Η μητέρα έξω απο τη πόρτα κατάλαβε πλέον. Μπαίνει μέσα. Ο Νοσηλευτής κάνει στην άκρη. 
- Μαμά, κοίτα τι όμορφη κόρη έχει ο μπαμπούλας!

Η μητέρα εξηγεί στη μικρή τι είναι η φωτογραφία και που είναι τώρα η Δανάη του Νοσηλευτή.

Η μικρή σηκώνεται από το κρεβάτι και πηγαίνει εκεί στη γωνία του θαλάμου που είναι καθισμένος κουλουριασμένος ο νοσηλευτής.

- Η Δανάη σου είναι στον ουρανό; Δεν μπορεί να τη φέρεις να παίξει μαζί μου; Θες να είναι εγώ η Δανάη σου από εδώ και πέρα;

Αστραπιαία και πολύ σφιχτά ο νοσηλευτής αγκαλιάζει τη μικρή.

- Ναι, ναι, ναι, θέλω. Γι αυτό σε πονάω καμιά φορά. Για να μην πας κι εσύ στον ουρανό. Και δε θα πας. Μ' ακούς; Αυτό το τρίξιμο στα δόντια του από το κουράγιο που πήρε, ακούστηκε σε όλο το θάλαμο.
- Δεν είσαι μπαμπούλας. Είσαι μπαμπάς μου τώρα, ειπε η Δανάη, που ήταν χαμένη στην αγκαλιά του Νοσηλευτή. Μια αγκαλιά τόσο ζεστή που την έκανε να χαμογελάσει για πρώτη φορά μετά από 6 μήνες εδώ μέσα.
- Θέλεις να κοιμηθείς στην αγκαλιά μου απόψε;

Η Δανάη τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. 
- Ποιο παιδί δε θέλει να κοιμάται στην αγκαλιά του μπαμπά της; Απάντησε.
Ο Νοσηλευτής όλη την υπόλοιπη νύχτα κράτησε στα χέρια του τη ψίχουλα που τρυπούσε επι 6 μήνες. Κοιτώντας προς τα πάνω, σα να είδε τη Δανάη του. Ναι, εκείνη ήταν. Του χαμογέλασε, του έδειξε τη μικρή που είχε στην αγκαλιά του και έστειλε δυο φιλιά. 
Ο Νοσηλευτής ήξερε πλέον οτι αύριο ο χάρος θα πάρει εξιτήριο. Και λίγες μέρες αργότερα και η μικρή Δανάη. 
Κατέβασε το κεφάλι, κοίταξε για μια ακόμη φορά τη μικρή κουλουριασμένη Δανάη και της τραγουδούσε όλο το βράδυ. Ψιθυριστά. Μια συναυλία μόνο γι αυτή. 
Με το πρώτο φως της μέρας, η ελπίδα επέστρεψε. Η μικρή Δανάη έμπαινε στο χειρουργείο. Μαζί της ο μπαμπούλας. 
Ο μπαμπούλας που τρέμει ο χάρος. Όχι η Δανάη.

Ο Μαρίνος Φιλίππου, είναι φοιτητής 4ου έτους στη Νοσηλευτική Σχολή του ΤΕΠΑΚ

Tα  σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και όχι αυτή του Sigmalive.com