Από την δεκαετία του ’70, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρχισαν να παραχωρούν σε φορείς ιδιωτικού δικαίου, άδειες ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Δημιούργησαν δηλαδή το νομικό πλαίσιο για τη λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών. Κάτι που επέτρεπαν και τα οικονομικά  και τεχνολογικά δεδομένα της εποχής στον Ευρωπαϊκό χώρο. Έτσι παύει από τότε σταδιακά, να υφίσταται το μονοπώλιο των δημοσίων και κρατικών ραδιοτηλεοράσεων στην ενημέρωση.  Οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν πλέον πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση, αφού οι πηγές πληροφόρησης είναι περισσότερες, νέες υπηρεσίες κάνουν την εμφάνιση τους στην ανταγωνιστική πλέον αγορά των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας – ΜΜΕ  και η προαγωγή της πολυφωνίας γίνεται πραγματικότητα.

Μέσα από το νέο διαμορφούμενο περιβάλλον, προέκυψε επιτακτικά θα έλεγε κανείς το ερώτημα: Ποιος θα έπρεπε να είναι ο νέος ρόλος της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, θα πρέπει πρώτα να γίνει αντιληπτό ότι: α) η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση έχει να διαδραματίσει διαφορετικό ρόλο από οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία. Απλά γιατί διαθέτει ευρεία πρόσβαση στην κοινωνία. Αποτελεί βασική πηγή ενημέρωσης και πληροφόρησης  που σαν στόχο έχει τον εμπλουτισμό του δημόσιου διαλόγου, αλλά και τη δίκαιη συμμετοχή όλων των πολιτών στη δημόσια ζωή. Αποτελεί επίσης για ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας την κύρια και αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης, β) το «διττό σύστημα» επιτρέπει, στην νέα ψηφιακή εποχή, την ομαλή λειτουργία των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Το πλαίσιο υπάρχει και είναι Ευρωπαϊκό και αποτυπώνεται μέσα και από το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Νοεμβρίου 2010 για τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση.  Το ψήφισμα αναφέρει ότι «τόσο οι δημόσιες όσο και οι ιδιωτικές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες έχουν καίριο ρόλο να διαδραματίσουν σε σχέση με την ευρωπαϊκή οπτικοακουστική παραγωγή, στην πολιτιστική πολυμορφία και ταυτότητα, στον πλουραλισμό, στην κοινωνική συνοχή, στην προώθηση των θεμελιωδών ελευθεριών και στη λειτουργία της δημοκρατίας».   

Ο ρόλος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, στην προώθηση της πολιτιστικής πολυμορφίας, αναγνωρίστηκε και από τη Σύμβαση της UNESCO του 2005. Το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Οκτώβρη του 2008, αποφάσισε ότι «οι δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, επειδή επιτελούν πολιτιστικό, κοινωνικό και δημοκρατικό λειτούργημα υπέρ του κοινού συμφέροντος, είναι ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση της δημοκρατίας, του πλουραλισμού, της κοινωνικής συνοχής και της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας. Τονίζει επίσης ότι η αύξηση της ποικιλομορφίας των προγραμμάτων που προσφέρονται στο νέο περιβάλλον των ΜΜΕ ενισχύει τη σημασία της συνολικής αποστολής των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Υπενθυμίζοντας δε ότι το πρωτόκολλο του Άμστερνταμ, επιβεβαιώνει την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον  αφορά την αποστολή και τη χρηματοδότηση του συστήματος δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη». Διαπιστώνει και εκφράζει επίσης ρητώς, ότι το πρωτόκολλο αυτό επιβεβαιώνει «την ομοθυμία τους να δώσουν έμφαση στον ρόλο των δημοσίων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών».

Το οπτικοακουστικό πεδίο στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μοναδικό και χαρακτηρίζεται από το «διττό σύστημα» που βασίζεται στην πραγματική ισορροπία μεταξύ δημόσιων και εμπορικών ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Ένα αποτελεσματικό «διττό σύστημα» στο οποίο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία η ΕΕ,  είναι σίγουρα προς το γενικό συμφέρον της κοινωνίας αφού αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης των αξιών και των απόψεων των ανθρώπων. Παράγει πολιτικό και ειδησεογραφικό περιεχόμενο υψηλού επιπέδου. Για τον λόγο αυτό και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  σε ψήφισμα του τον Νοέμβριο του 2010 «επιβεβαιώνει την προσήλωση του σε αυτό το «διττό σύστημα» ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών, στα πλαίσια του οποίου τα ιδιωτικά και δημόσια ΜΜΕ παίζουν το καθένα τον ρόλο του, ανεξάρτητα από πολιτικές και οικονομικές πιέσεις και ζητεί, η πρόσβαση σε ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές ανωτάτου επιπέδου να διασφαλίζεται ανεξαρτήτως της αγοραστικής ικανότητας των καταναλωτών και των χρηστών». Επιπλέον, τονίζει την ανάγκη διατήρησης ισχυρής και ζωντανής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης  προσαρμοσμένης στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής.

Μέσα από ένα γνήσια ισορροπημένο ευρωπαϊκό «διττό σύστημα» προάγεται η δημοκρατία, η κοινωνική συνοχή, ο πλουραλισμός στα ΜΜΕ, η πολιτιστική και γλωσσική ποικιλομορφία, η ελευθεροτυπία και η προαγωγή των Ευρωπαϊκών αρχών και αξιών.  Στον τόπο μας η συνύπαρξη της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης και των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών συνέβαλε θετικά στο παραγόμενο από τα ΜΜΕ προϊόν.
Για τον λόγο αυτό η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση της Κύπρου, το ΡΙΚ, είναι αχρείαστο να μετατραπεί από Δημοσίου Δικαίου Οργανισμό σε Ιδιωτικού Δικαίου Οργανισμό. Η πρόκληση για την διευθυντική ομάδα,  τη διοίκηση του ΡΙΚ, αλλά και το σύνολο των εργαζομένων είναι ο εκσυγχρονισμός του Ιδρύματος, η περαιτέρω εξοικονόμηση πόρων με την χρήση και των νέων τεχνολογιών, η αλλαγή νοοτροπιών και η βελτίωση της υφιστάμενης οργανωτικής του δομής. Πάντοτε μέσα από την περιφρούρηση  του δημόσιου χαρακτήρα του Ιδρύματος. Με στόχο, ένα πολιτιστικό και ειδησεογραφικό περιεχόμενο υψηλού επιπέδου ως αποτέλεσμα της διασφάλισης της πολιτικής του ανεξαρτησίας και βιωσιμότητας.

*Του Θανάση Τσώκου-Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΡΙΚ.