Το αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης εξηγεί ότι lingua franca (=κοινή γλώσσα) είναι μια οποιαδήποτε μεικτή γλώσσα η οποία χρησιμοποιείται ως ένα μέσο επαφής μεταξύ ατόμων που μιλούν διαφορετικές γλώσσες. Είναι δηλαδή η γλώσσα που χρησιμοποιείται για να καταστεί δυνατή η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων που δεν μοιράζονται μια μητρική γλώσσα. Mήπως τελικά η Ευρώπη χρειάζεται μια lingua franca;

Ο Sir Paul Lever, πρώην Βρετανός πρεσβευτής μίλησε για την αναγκαιότητα μιας κοινής γλώσσας για την Ευρώπη: “Αν θέλουμε κάτι περισσότερο από μια ένωση εθνικών κρατών, αν θέλουμε κατά κάποιο τρόπο να έχει πολιτικό χαρακτήρα που να είναι ευρωπαϊκός, τότε χρειάζεται μια κοινή γλώσσα” (Fischer 2007). Mια κοινή γλώσσα εκτός από τον ευρωπαϊκό πολιτικό χαρακτήρα που δημιουργεί, μπορεί να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών.

Με αυτόν τον τρόπο, ο κάθε κάτοικος της Ευρώπης θα μπορεί να επικοινωνήσει πιο εύκολα με τον Ευρωπαίο συμπολίτη του και να μάθει για τον πολιτισμό, την κουλτούρα και τις παραδόσεις του, εντοπίζοντας κοινά και διαφορετικά στοιχεία. Η κοινή γλώσσα θα αποτελέσει μια ξεχωριστή οντότητα στο ευρωπαϊκό πεδίο, που θα είναι πέρα από το κρατικό.

Πέρα από την επικοινωνία μας σε ανθρώπινο επίπεδο, μια κοινή γλώσσα μπορεί να βοηθήσει και στην καλύτερη λειτουργία των οργάνων της ΕΕ. Το σκηνικό: χαμένοι στην μετάφραση. Όλα τα επίσημα έγγραφα της ΕΕ πρέπει να μεταφραστούν σε όλες τις επίσημες γλώσσες.

Όπως είναι φυσικό, χρειάζεται χρόνος για να μεταφραστούν σε 24 γλώσσες με αποτέλεσμα να παρατηρείται καθυστέρηση στη μελέτη καθώς και στη λήψη αποφάσεων. Η πολυγλωσσία κοστίζει στην ΕΕ 1 δις το χρόνο. Αν η Ευρώπη υιοθετούσε μια κοινή γλώσσα, πιθανόν τα όργανά της να λειτουργούσαν πιο έγκαιρα και πιο δραστικά και να παρατηρείτο σχετική μείωση στις δαπάνες.

Από την άλλη, η Ευρώπη προωθεί την πολυγλωσσία. Το μότο της ‘ενωμένοι στη ποικιλομορφία’ αντικατοπτρίζεται και στην πολυγλωσσία. Το κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ έχει τη δική του ιστορία και τη δική του κουλτούρα η οποία συνδέεται άρρικτα με το στοιχείο της γλώσσας.

Ο σεβασμός στη διαφορετικότητα είναι που δημιουργεί αυτό το ευρωπαϊκό αμάλγαμα γλωσσών. Εξάλλου το στοιχείο της διαφορετικότητας ως προς τη γλώσσα ενισχύει την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα. Επιπρόσθετα, η EE προωθεί την εκμάθηση των επισήμων γλωσσών της.

Θα ήταν καλό, ο κάθε Ευρωπαίος να γνωρίζει περισσότερο από δύο γλώσσες, έτσι ώστε να διευκολύνεται η επικοινωνία μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών και όχι μόνο, αφού τα οφέλη της εκμάθησης ξένων γλωσσών είναι γνωστά τοις πάσι.

Επιπλέον, η άποψη ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για ευρωπαϊκό έθνος-κράτος, αλλά για μια κοινότητα που αποτελείται από κράτη-μέλη, ενισχύει την πεποίθηση ότι δεν είναι αναγκαία μια lingua franca. Ο Hallstein διατυπώνει την αναγκαιότητα για ποικιλομορφία στην Ευρώπη: “Ακόμα και το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι δεν μιλούν την ίδια γλώσσα, δεν πρέπει να μας ενοχλεί. H Ελβετία αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα ότι η γλωσσική ποικιλία δεν περιορίζει, αλλά μάλλον εμπλουτίζει [...]. Η πολλαπλότητα των γλωσσών δεν αποτελεί εμπόδιο αλλά κίνητρο.

Οι εμπειρίες με τους Ευρωπαίους αξιωματούχους μας στις Βρυξέλλες. . . το αποδεικνύει αυτό” (Ηallstein 1973).

Παρόλες τις προσπάθειες για προώθηση της πολυγλωσσίας, παρατηρείται κάτι οξύμωρο. Η ΕΕ χρησιμοποιεί τα Αγγλικά, τα Γαλλικά και τα Γερμανικά ως γλώσσες εργασίας στα διάφορα οργανά της. Για ποια πολυγλωσσία λοιπόν μπορούμε να μιλάμε; Ίσως αν υπήρχε μια κοινή γλώσσα θα αποφεύγετο η επιλεκτική ‘πολυγλωσσία’.

Κατα καιρούς, έχουν προταθεί διάφορες γλώσσες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη lingua franca της Ευρώπης: Αγγλικά, Εσπεράντο, Λατινικά, Europanto. Η επιλογή της κοινής γλώσσας πρέπει να βασιστεί σε συγκεκριμμένες προϋποθέσεις τις οποίες καμιά από αυτές τις γλώσσες δεν πληρεί.

Για παράδειγμα, τα Αγγλικά είναι ήδη μια παγκόσμια γλώσσα, η οποία δεν μπορεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Η Εσπεράντο αποτελεί μια φτιαχτή γλώσσα που δημιουργήθηκε από τον Λ. Λ. Ζαμένχοφ το 1887.

Αυτή η γλώσσα, θα μπορούσε να είναι η κοινή γλώσσα της Ευρώπης, όμως δεν έχει σχέση με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό οπότε ούτε αυτή μπορεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Τα Λατινικά είναι πλέον μια νεκρή γλώσσα.

Η Europanto είναι μια φτιαχτή γλώσσα που δημιουργήθηκε το 1996 από τον Ντιέγκο Μαράνι και αποτελεί ενα μείγμα από λέξεις από διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες, χωρίς όμως κανόνες και συγκεκριμμένο λεξιλόγιο. Επομένως, ούτε η Europanto αποτελεί λύση, μιας και η επικοινωνία καθίσταται ακόμη πιο δύσκολη.

Τελικά η Ευρώπη χρειάζεται μια lingua franca αφού καμιά από τις πιο πάνω γλώσσες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν; Ίσως να μην χρειάζεται. Χρειάζονται όμως πρακτικές αλλαγές που να επιβεβαιώνουν τη μείωση των δαπανών στα όργανα της ΕΕ. Οι μελλοντικές ενέργειες της Ευρώπης θα πρέπει να στηριχθούν στους διάφορους προβληματισμούς που προκύπτουν προβάλλοντας λύσεις που να καθιστούν την Ευρώπη ως το ιδανικό κανάλι επικοινωνίας.

*MA Νεοελληνική Λογοτεχνία - King’s College London, MSc Ευρωπαϊκές Σπουδές – London School of Economics and Political Science, BA Βυζαντινές και Νεοελληνικές Σπουδές – Πανεπιστήμιο Κύπρου