Ποια είναι τελικά η πραγματική εικόνα της ψυχικής υγείας στην Κύπρο και τι μας αποκαλύπτουν τα πρόσφατα δεδομένα; Πίσω από τις καθημερινές αναφορές στο άγχος, την κατάθλιψη και την ψυχολογική επιβάρυνση, υπάρχουν δεδομένα που αξίζει να μας προβληματίσουν. Ήδη από το 2019, περίπου το 17,2% του πληθυσμού εκτιμάται ότι αντιμετώπιζε κάποια ψυχική διαταραχή, με τις αγχώδεις διαταραχές να αφορούν το 7,2% και τις καταθλιπτικές το 3,8% (Cyprus Country Health Profile, 2023). Πρόκειται, δηλαδή, για δυσκολίες που αγγίζουν σημαντικό μέρος της κοινωνίας μας και δεν περιορίζονται σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα που καταγράφεται στους νέους. Η έκθεση Young Minds Matter της UNICEF (2025), μέσα από έρευνα σε 500 νέους στην Κύπρο, κατέδειξε ότι το 86% βίωνε υψηλά επίπεδα άγχους και αβεβαιότητας για το μέλλον, ενώ περίπου έξι στους δέκα ένιωσαν ότι χρειάζονταν βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Παράλληλα, ένας στους τέσσερις παρουσίασε σημαντικά ή σοβαρά καταθλιπτικά συμπτώματα.
Και ενώ οι ανάγκες αυτές γίνονται ολοένα πιο ορατές, οι διαθέσιμοι πόροι για την ψυχική υγεία παραμένουν περιορισμένοι. Στοιχεία που παρουσιάστηκαν ενώπιον της Βουλής και δημοσιεύθηκαν στον κυπριακό Τύπο τον Οκτώβριο του 2026 αναφέρουν ότι μόλις το 3% των συνολικών δαπανών υγείας στην Κύπρο κατευθύνεται στην ψυχική υγεία, έναντι 6% που αναφέρθηκε ως ευρωπαϊκός μέσος όρος. Η διαφορά αυτή δημιουργεί ένα ουσιαστικό ερώτημα: κατά πόσο οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις ανάγκες των ανθρώπων που τις χρειάζονται;
Για να κατανοήσουμε όμως την εικόνα αυτή, χρειάζεται να εξετάσουμε όχι μόνο τις ψυχικές διαταραχές, αλλά και τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι. Η ψυχική υγεία δεν διαμορφώνεται ανεξάρτητα από την καθημερινότητά μας. Οι οικονομικές δυσκολίες, η εργασιακή ανασφάλεια, οι απαιτήσεις της οικογενειακής ζωής, οι κοινωνικές ανισότητες και οι δυσμενείς εμπειρίες αποτελούν παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν την ψυχολογική ευαλωτότητα. Η επίδρασή τους μάλιστα, δεν είναι πάντοτε άμεση. Συχνά συσσωρεύεται με την πάροδο του χρόνου, ιδιαίτερα όταν οι απαιτήσεις ξεπερνούν τις διαθέσιμες δυνατότητες αντιμετώπισης και υποστήριξης (Alon et al., 2024; WHO, 2026).
Ζούμε σε μια κοινωνία που κινείται με ολοένα και πιο απαιτητικούς ρυθμούς, όπου ο στόχος συχνά δεν είναι η ψυχική ισορροπία, αλλά η επαγγελματική επιτυχία, η κοινωνική καταξίωση και η συνεχής ανταπόκριση στις προσδοκίες των άλλων. Καλούμαστε να είμαστε αποδοτικοί στην εργασία, επιτυχημένοι στους στόχους μας και διαρκώς διαθέσιμοι, αφήνοντας πολλές φορές τις προσωπικές μας ανάγκες σε δεύτερη μοίρα. Στην προσπάθεια να ανταποκριθούμε σε όλα, η ξεκούραση μοιάζει με πολυτέλεια, η αποτυχία με αδυναμία και η έκφραση της δυσκολίας με κάτι που πρέπει να αποκρύψουμε. Κάπως έτσι, στον βωμό της επιτυχίας και της κοινωνικής αποδοχής, κινδυνεύουμε να θυσιάσουμε την ίδια μας την ψυχική ισορροπία. Η επιστημονική βιβλιογραφία αναδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στην έντονη πίεση για επίτευξη υψηλών απαιτήσεων, τον φόβο της αποτυχίας και τα αυξημένα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Παράλληλα, η συστηματική καταπίεση των συναισθημάτων έχει συνδεθεί με δυσμενέστερους δείκτες ψυχικής υγείας (Zotschew et al., 2026; Meira et al., 2024). Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι μόνο όσα καλούμαστε να πετύχουμε, αλλά και όσα μαθαίνουμε να παραμελούμε στην προσπάθειά μας να τα καταφέρουμε.
Ωστόσο, δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο απέναντι στις δυσκολίες. Η πολυμορφία των βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων ευαλωτότητας, σε συνδυασμό με την παρουσία ή την απουσία προστατευτικών παραγόντων, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο κάθε άνθρωπος διαχειρίζεται τις αντιξοότητες. Οι προσωπικές εμπειρίες, τα ψυχικά αποθέματα και η κοινωνική υποστήριξη διαμορφώνουν τη δυνατότητά μας να ανταποκρινόμαστε στις προκλήσεις της ζωής (Schäfer et al., 2024).
Την ίδια στιγμή, το κοινωνικό στίγμα εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην αναζήτηση βοήθειας. Παρότι μιλάμε περισσότερο για την ψυχική υγεία, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να φοβούνται την κριτική, την απόρριψη ή τον χαρακτηρισμό που μπορεί να συνοδεύει
μια ψυχική δυσκολία. Έτσι, επιλέγουν συχνά τη σιωπή αντί της υποστήριξης. Η έκθεση Young Minds Matter της UNICEF (2025) αναδεικνύει το στίγμα και τις δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες ως σημαντικά εμπόδια για τους νέους στην Κύπρο. Και όσο η αναζήτηση βοήθειας καθυστερεί, τόσο περισσότερο κινδυνεύουν οι δυσκολίες να επιβαρύνουν την καθημερινότητά τους.
Πόσο τελικά επενδύουμε ουσιαστικά στην πρόληψη της ψυχικής υγείας στην Κύπρο; Παρότι το ΓεΣΥ έχει βελτιώσει την πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, η πρόληψη χρειάζεται να αρχίζει πολύ πριν εμφανιστούν σοβαρές δυσκολίες. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα παιδιά, καθώς πολλές ψυχικές διαταραχές εμφανίζονται ήδη από την παιδική ηλικία (Solmi et al., 2022). Ωστόσο, οι σχολικοί ψυχολόγοι, μια ειδικότητα με σημαντικό ρόλο στην πρόληψη και την υποστήριξη παιδιών, γονέων και σχολείων, δεν περιλαμβάνονται ως ξεχωριστή ειδικότητα παρόχων στο ΓεΣΥ, γεγονός που περιορίζει τις επιλογές πρόσβασης των οικογενειών σε αυτές τις υπηρεσίες μέσω του συστήματος. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση των δυσκολιών, αλλά η έγκαιρη και ουσιαστική υποστήριξη, πριν αυτές εδραιωθούν.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι στην Κύπρο απουσιάζουν οι δομές ή οι δράσεις πρόληψης. Οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του ΟΚΥπΥ παρέχουν νοσοκομειακές και κοινοτικές υπηρεσίες και αναπτύσσουν προληπτικά προγράμματα, ενώ η Εθνική Στρατηγική Ψυχικής Υγείας 2025–2028 θέτει την πρόληψη, την ενίσχυση των υπηρεσιών και τη μείωση του στίγματος ανάμεσα στις βασικές της προτεραιότητες. Παρά ταύτα, η έκθεση της UNICEF (2025) καταγράφει ελλείψεις σε εξειδικευμένα προγράμματα, προσωπικό, συντονισμό και υπηρεσίες προσαρμοσμένες στις ανάγκες των νέων. Η ύπαρξη υπηρεσιών, επομένως, δεν διασφαλίζει από μόνη της ότι κάθε άνθρωπος θα λάβει έγκαιρα την κατάλληλη υποστήριξη. Το ζητούμενο είναι η πρόληψη να αποτελεί σταθερό και προσβάσιμο μέρος της καθημερινής φροντίδας, στο σχολείο, στην οικογένεια, στην εργασία και στην κοινότητα.
Ίσως τελικά, χρειάζεται να αλλάξουμε και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια την ψυχική δυσκολία. Το άγχος, η θλίψη ή η συναισθηματική εξάντληση δεν αποτελούν πάντοτε μόνο το πρόβλημα που χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε. Μπορεί να αποτελούν και την αντίδραση ενός ανθρώπου σε συνθήκες που τον επιβαρύνουν, σε ανάγκες που παραμένουν ανικανοποίητες ή σε δυσκολίες που δεν έχουν αναγνωριστεί. Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία της διάγνωσης, της ψυχοθεραπείας ή της φαρμακευτικής αγωγής όταν χρειάζονται. Μας υπενθυμίζει όμως, ότι η ουσιαστική φροντίδα δεν μπορεί να περιορίζεται στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Χρειάζεται να αναζητούμε και όσα βρίσκονται πίσω από τα συμπτώματα, αναγνωρίζοντας ότι η ψυχική δυσκολία μπορεί να αποτελεί όχι μόνο ένα πρόβλημα προς αντιμετώπιση, αλλά και το αποτέλεσμα των συνθηκών και των εμπειριών που διαμορφώνουν τη ζωή ενός ανθρώπου.
Δρ. Ιφιγένεια Στυλιανού
Κλινική και Σχολική Ψυχολόγος



