Πριν από περίπου δυόμισι χιλιάδες χρόνια, οι Κερκυραίοι έφτασαν στην Αθήνα ζητώντας συμμαχία. Η Κέρκυρα, αποικία της Κορίνθου αλλά πλέον σε ανοικτή σύγκρουση μαζί της, αναζητούσε τη στήριξη της ισχυρότερης ναυτικής δύναμης της εποχής. Οι Κερκυραίοι γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να στηρίξουν το αίτημά τους σε μια παλαιά φιλία ή συμμαχία με την Αθήνα. Η ουσία του επιχειρήματός τους, όπως μας τη μεταφέρει ο Θουκυδίδης, ήταν διαφορετική. Σε ελεύθερη απόδοση, το επιχείρημά τους ήταν απλό. Δεν ερχόμαστε να ζητήσουμε βοήθεια μόνο επικαλούμενοι το δίκαιο.

Πρέπει πρώτα να σας αποδείξουμε ότι αυτό που ζητούμε είναι και προς το συμφέρον σας. Αυτή ίσως είναι μία από τις καθαρότερες περιγραφές της διαχρονικής πραγματικότητας των διεθνών σχέσεων. Τα κράτη έχουν συμφέροντα. Αναζητούν συνεργασίες όταν αυτές τα εξυπηρετούν και επαναπροσδιορίζουν τις σχέσεις τους όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται. Η φιλία, οι ιστορικοί δεσμοί και οι κοινές αξίες έχουν ασφαλώς τη σημασία τους. Σπάνια όμως αρκούν από μόνα τους για να εξηγήσουν τη συμπεριφορά ενός κράτους. Η Κέρκυρα είχε κάτι να προσφέρει στην Αθήνα. Διέθετε έναν από τους σημαντικότερους στόλους του ελληνικού κόσμου και βρισκόταν σε εξαιρετικά σημαντική γεωγραφική θέση, πάνω στη θαλάσσια διαδρομή προς την Ιταλία και τη Σικελία.

 Όλα αυτά, όμως, υπήρχαν ήδη. Η αθηναϊκή απόφαση δεν ήταν αυτονόητη. Ο Θουκυδίδης καταγράφει ότι χρειάστηκαν δύο συνελεύσεις των Αθηναίων. Στην πρώτη οι Αθηναίοι έκλιναν περισσότερο προς τα επιχειρήματα των Κορινθίων. Στη δεύτερη η στάση άλλαξε. Αποφάσισαν τελικά να συνάψουν αμυντική συμμαχία με την Κέρκυρα, συνεκτιμώντας τη δύναμη του στόλου της, τη γεωγραφική της θέση και την πιθανότητα μιας μελλοντικής σύγκρουσης με την Πελοποννησιακή Συμμαχία. Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα αυτής της ιστορίας.

Η γεωγραφία δημιουργεί ευκαιρίες. Τα συμφέροντα δημιουργούν συγκλίσεις. Η πολιτική όμως είναι αυτή που καλείται να τις μετατρέψει σε αποτέλεσμα.

Η σκέψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κυπριακή Δημοκρατία και για τον τρόπο με τον οποίο συζητούμε σήμερα την εξωτερική της πολιτική. Ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι η αναβάθμιση των σχέσεων της Κύπρου με σημαντικά κράτη είναι περίπου μια φυσική συνέπεια των δικών τους συμφερόντων στην περιοχή και ότι, συνεπώς, τα ίδια περίπου αποτελέσματα θα υπήρχαν ανεξαρτήτως του ποιος βρισκόταν στο Προεδρικό. Το πρώτο σκέλος αυτής της συλλογιστικής είναι αυτονόητο. Κανένα σοβαρό κράτος δεν οικοδομεί την εξωτερική του πολιτική στη συμπάθεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Ινδία, το Ισραήλ, τα κράτη του Κόλπου ή οποιαδήποτε άλλη χώρα δεν Σελίδα 2 αναπτύσσουν σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία επειδή αισθάνονται κάποια αφηρημένη υποχρέωση απέναντί της. Ενεργούν πρωτίστως με βάση τα δικά τους συμφέροντα. Το ίδιο, άλλωστε, οφείλουμε να κάνουμε και εμείς. Από αυτή την ορθή διαπίστωση, όμως, δεν προκύπτει ότι η εξέλιξη των σχέσεων είναι αυτόματη ούτε ότι το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.

Αν τα συμφέροντα των κρατών οδηγούσαν νομοτελειακά σε μία και μόνη εξωτερική πολιτική, η πολιτική ηγεσία θα ήταν σχεδόν περιττή.

Ο ίδιος ο Θουκυδίδης, όμως, μας δείχνει επανειλημμένα το αντίθετο. Τα ίδια δεδομένα μπορούν να διαβαστούν διαφορετικά, να ιεραρχηθούν διαφορετικά και τελικά να οδηγήσουν σε διαφορετικές αποφάσεις. Η Κύπρος δεν μετακινήθηκε τα τελευταία χρόνια. Η γεωγραφική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν πάντοτε η ίδια.

Η θέση της ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική δεν αποτελεί πρόσφατη ανακάλυψη. Κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι από το 2004. Αυτό που μεταβάλλεται είναι το διεθνές περιβάλλον. Μεταβάλλονται οι ανάγκες των άλλων κρατών. Δημιουργούνται νέες ευκαιρίες και νέες απειλές.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που δεν πρέπει να υποτιμούμε. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος αντιλαμβάνεται τη θέση του, επιλέγει τις προτεραιότητές του και επιχειρεί να καταστήσει τον εαυτό του χρήσιμο στους άλλους. Σε αυτό το σημείο αρχίζει η πολιτική.

 Για ένα μικρό κράτος, η επιτυχία δεν βρίσκεται στο να πείσει μια μεγάλη δύναμη να εγκαταλείψει τα συμφέροντά της για χάρη του. Αυτό σπανίως συμβαίνει στις διεθνείς σχέσεις. Βρίσκεται στην ικανότητα να εντοπίζει πού το δικό του συμφέρον μπορεί να συναντήσει το συμφέρον του άλλου και να μετατρέπει αυτή τη σύγκλιση σε σχέση με διάρκεια, θεσμούς και αμοιβαίο όφελος. Με αυτή την έννοια, το γεγονός ότι ένα ισχυρό κράτος συνεργάζεται με την Κύπρο επειδή αυτό εξυπηρετεί και το ίδιο δεν μειώνει τη σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης.

Είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να επιδιώκει η κυπριακή εξωτερική πολιτική.

Ασφαλώς δεν ξεκίνησαν όλα σήμερα. Σημαντικές σχέσεις, περιφερειακές συνεργασίες και στρατηγικές επιλογές οικοδομήθηκαν σταδιακά και από προηγούμενες κυβερνήσεις. Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους που θέλει να θεωρείται σοβαρό πρέπει να διαθέτει συνέχεια.

Άλλο όμως η συνέχεια και άλλο ο αυτόματος πιλότος.

Κάθε πολιτική ηγεσία παραλαμβάνει δεδομένα, σχέσεις και ευκαιρίες. Κάποιες τις συνεχίζει, κάποιες τις εγκαταλείπει, κάποιες τις αναβαθμίζει και κάποιες νέες τις δημιουργεί. Και ασφαλώς η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται από ένα πρόσωπο. Η πολιτική κατεύθυνση χρειάζεται τον Αρχηγό του Κράτους τον Υπουργό Εξωτερικών, το Υπουργείο και τη διπλωματική υπηρεσία, ώστε να μετατρέπεται σε πρωτοβουλίες, σχέσεις και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν η Κύπρος είχε και προηγουμένως γεωστρατηγική σημασία. Ασφαλώς και είχε. Το ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά η πολιτική ηγεσία και η διπλωματική υπηρεσία μετατρέπουν αυτή τη δυνητική αξία σε πραγματικό πολιτικό κεφάλαιο.

Ο ίδιος ο Θουκυδίδης μάς προσφέρει και ένα δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πολλά χρόνια μετά την υπόθεση της Κέρκυρας, όταν οι Αθηναίοι συζητούσαν τη μεγάλη εκστρατεία στη Σικελία, ο Νικίας και ο Αλκιβιάδης είχαν ενώπιόν τους τα ίδια βασικά δεδομένα της συγκεκριμένης απόφασης και κατέληγαν σε ριζικά διαφορετικές στρατηγικές επιλογές. Ο Νικίας προσπάθησε να αποτρέψει την Σελίδα 3 εκστρατεία. Ο Αλκιβιάδης την υποστήριξε. Η πολιτική απόφαση που τελικά ελήφθη είχε τεράστιες συνέπειες για την Αθήνα.

Τα αντικειμενικά δεδομένα δεν υπαγορεύουν πάντοτε μία και μοναδική πολιτική. Ερμηνεύονται, ιεραρχούνται, αξιοποιούνται ή χάνονται.

Και γι’ αυτό έχει σημασία ποιος κυβερνά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς θα είχε συμβεί υπό έναν διαφορετικό Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει ένα υποθετικό ιστορικό σενάριο. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο ότι οποιοσδήποτε άλλος θα είχε πετύχει ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα.

Η σοβαρή συζήτηση πρέπει να γίνεται πάνω σε όσα πράγματι συνέβησαν. Ποιες ευκαιρίες υπήρχαν, ποιες πρωτοβουλίες αναλήφθηκαν, ποιες σχέσεις αναβαθμίστηκαν, ποιες συμφωνίες επιτεύχθηκαν και ποια απτά οφέλη προέκυψαν για την Κυπριακή Δημοκρατία. Εκεί μπορεί και πρέπει να κρίνεται κάθε κυβέρνηση.

Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, η Κέρκυρα του Θουκυδίδη εξακολουθεί να μας θυμίζει κάτι εξαιρετικά σύγχρονο.

Οι Κερκυραίοι δεν ζήτησαν από τους Αθηναίους να παραμερίσουν το συμφέρον της Αθήνας για χάρη τους. Έκαναν κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Επιχείρησαν να τους πείσουν ότι η επιλογή της Κέρκυρας μπορούσε να εξυπηρετήσει και την ίδια την Αθήνα. Κάπου εδώ η αρχαία Κέρκυρα συναντά τη σημερινή Κύπρο.


Για ένα μικρό κράτος στην Ανατολική Μεσόγειο, το ζητούμενο δεν είναι να περιμένει από ισχυρότερα κράτη να ενδιαφερθούν για τα προβλήματά του επειδή θεωρεί ότι έχει δίκαιο. Ούτε να αντιμετωπίζει τη γεωγραφική του θέση ως ένα πλεονέκτημα που αποδίδει από μόνο του. Το ζητούμενο είναι να καταστήσει τη συνεργασία μαζί του χρήσιμη, αξιόπιστη και επωφελή και για εκείνους των οποίων τη συνεργασία επιδιώκει.

Να μπορεί, με άλλα λόγια, η σημερινή Κυπριακή Δημοκρατία να λέει προς τους εταίρους της αυτό που οι Κερκυραίοι επιχείρησαν να εξηγήσουν στους Αθηναίους πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Αυτό που επιδιώκουμε δεν υπηρετεί μόνο το δικό μας συμφέρον. Μπορεί να υπηρετεί και το δικό σας. 

Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στο να διαθέτει ένα κράτος γεωστρατηγική αξία και στο να γνωρίζει πώς να τη μετατρέπει σε γεωπολιτική επιρροή.

 Γιατί τα συμφέροντα δημιουργούν δυνατότητες. Δεν δημιουργούν από μόνα τους πολιτικά αποτελέσματα.

Αυτό είναι δουλειά της πολιτικής. Και γι’ αυτό έχει σημασία ποιος την ασκεί.