Στα μαθηματικά, η «εις άτοπον απαγωγή» είναι μια απολύτως έγκυρη μέθοδος απόδειξης: θεωρούμε αληθή την αντίθετη μιας πρότασης και, αν οδηγηθούμε σε αντίφαση, καταλήγουμε ότι η αρχική πρόταση ήταν ορθή.
Στην Παιδεία, όμως, φαίνεται να διαμορφώνεται μια ιδιότυπη εκδοχή της μεθόδου. Αντί να εξετάζεται κάθε φορά το πρόβλημα, τίθεται υπό αμφισβήτηση η αντίδραση απέναντί του.
Μαθητές διαμαρτύρονται για τα κλιματιστικά; Η διαμαρτυρία χαρακτηρίζεται άτοπη. Βουλευτές αντιδρούν για τις ελλείψεις βιβλίων και τις αλλεπάλληλες υποσχέσεις; Και πάλι, άτοπη αντίδραση. Εργαζόμενοι στα υποστηρικτικά προγράμματα διεκδικούν το εργασιακό τους μέλλον; Άτοπη και αυτή η στάση. Εκπαιδευτικοί κινητοποιούνται για ένα σχέδιο διορισμού που, κατά τις οργανώσεις τους, αφήνει χιλιάδες ανθρώπους σε καθεστώς αβεβαιότητας; Η κινητοποίηση χαρακτηρίζεται «εντελώς άτοπη» και συνοδεύεται από αναφορές σε «εκβιασμούς». Διευθύνσεις σχολείων επισημαίνουν υποστελέχωση γραμματειών και έλλειψη επιμελητών; Άλλη μία ενοχλητική φωνή.
Στην περίπτωση του συστήματος διορισμών, μάλιστα, η αντιπαράθεση είναι αποκαλυπτική. Το ΥΠΑΝ δηλώνει ότι άκουσε τις οργανώσεις, ότι ετοιμάζει επικαιροποιημένη πρόταση και ότι είναι έτοιμο να προχωρήσει σε αλλαγές, στον βαθμό που αυτές είναι νομικά εφικτές. Οι οργανώσεις, από την άλλη, υποστηρίζουν ότι ακόμη δεν έχουν μπροστά τους μια ολοκληρωμένη πρόταση με συγκεκριμένες διασφαλίσεις και προειδοποιούν για εργασιακή αβεβαιότητα και προβλήματα στελέχωσης από το 2027. Δηλαδή, η διαφωνία είναι υπαρκτή, ουσιαστική και αφορά ανθρώπους που ήδη υπηρετούν στα σχολεία. Κι όμως, η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στον χαρακτηρισμό της κινητοποίησης ως «άτοπης».
Κάπου εδώ, όμως, προκύπτει ένα απλό ερώτημα: πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι πρέπει να αντιδράσουν, πριν αρχίσουμε να εξετάζουμε όχι αν είναι «άτοπη» η αντίδρασή τους, αλλά αν υπάρχει κάτι που την προκαλεί;
Γιατί άλλο είναι να απαντάς: «Αυτό είναι το πρόβλημα, αυτά είναι τα δεδομένα, αυτό είναι το χρονοδιάγραμμα και αυτή είναι η λύση». Και άλλο να μετακινείς συνεχώς τη συζήτηση στο «γιατί διαμαρτύρεστε;», «γιατί τώρα;», «γιατί έτσι;».
Στη δεύτερη περίπτωση, το κέντρο βάρους μεταφέρεται από το πρόβλημα στον διαμαρτυρόμενο. Κι αν καταφέρεις να παρουσιάσεις τον διαμαρτυρόμενο ως υπερβολικό, πρόωρο ή «άτοπο», τότε δημιουργείται η βολική εντύπωση ότι μικραίνει και το ίδιο το πρόβλημα. Πρόκειται για μια επικοινωνιακά αποτελεσματική μετατόπιση: αντί να συζητούμε για το περιεχόμενο μιας πολιτικής, συζητούμε για τον τόνο εκείνων που την αμφισβητούν. Αντί για τις ελλείψεις, συζητούμε για τη διαμαρτυρία. Αντί για την ανασφάλεια, για την κινητοποίηση. Αντί για την καθυστέρηση, για το αν δικαιολογείται η αγανάκτηση.
Μόνο που τα προβλήματα της Παιδείας δεν εξαφανίζονται με λέξεις. Ένα βιβλίο που δεν βρίσκεται έγκαιρα στο θρανίο παραμένει απόν. Μια αίθουσα που χρειάζεται καλύτερες συνθήκες δεν βελτιώνεται επειδή αμφισβητήθηκε ο τρόπος διαμαρτυρίας των μαθητών. Ένας εργαζόμενος δεν αποκτά εργασιακή ασφάλεια επειδή του ζητείται περισσότερη υπομονή. Και ένας εκπαιδευτικός που βλέπει το 2027 να πλησιάζει δικαιούται να ζητά συγκεκριμένες απαντήσεις για το εργασιακό του μέλλον.
Βεβαίως, καμία διαμαρτυρία δεν είναι υπεράνω κριτικής. Οι μαθητές, οι εργαζόμενοι και οι εκπαιδευτικές οργανώσεις οφείλουν να λογοδοτούν για τον τρόπο, τον χρόνο και το περιεχόμενο των ενεργειών τους. Ακριβώς το ίδιο, όμως, ισχύει και για την εξουσία. Καμία κυβερνητική πολιτική και καμία διοικητική απόφαση δεν είναι υπεράνω κριτικής. Και όταν οι αντιδράσεις εμφανίζονται από μαθητές, εκπαιδευτικούς, εργαζομένους, διευθύνσεις σχολείων και βουλευτές, ίσως αξίζει να εφαρμοστεί πραγματικά η «εις άτοπον απαγωγή».
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι όλοι κάνουν λάθος. Οι μαθητές βιάζονται. Οι εργαζόμενοι υπερβάλλουν. Οι εκπαιδευτικοί πιέζουν αδικαιολόγητα. Οι διευθύνσεις γκρινιάζουν. Οι βουλευτές αντιδρούν χωρίς λόγο. Και ότι μόνο το ΥΠΑΝ βλέπει κάθε φορά το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις. Αν όμως, για να σταθεί αυτή η υπόθεση, πρέπει να θεωρήσουμε «άτοπους» σχεδόν όλους όσοι βιώνουν καθημερινά διαφορετικές πλευρές της δημόσιας εκπαίδευσης, τότε η αντίφαση στην οποία οδηγούμαστε μάλλον αποδεικνύει κάτι άλλο.
Ίσως, τελικά, το ζητούμενο να μην είναι πώς θα αποδειχθεί ότι η αντίδραση είναι άτοπη. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να μη φτάσουμε στο σημείο όπου, για να υπερασπιστούμε την εικόνα της λύσης, θα πρέπει πρώτα να αρνηθούμε την ύπαρξη του προβλήματος.
Γενικός Γραμματέας ΠΑΔΕΔ - Πρωτοπορία



