Ένα μεγάλο κύμα ερευνών τις τελευταίες δεκαετίες εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα δύσκολα και τραυματικά γεγονότα επιδρούν στον ψυχισμό μας. Αν όχι όλοι, τότε οι περισσότεροι άνθρωποι βιώσαμε, βιώνουμε ή θα διανύσουμε κάποια στιγμή μια δύσκολη περίοδο, κουβαλώντας κάτι από όσα ζήσαμε. Κάποιες εμπειρίες περνούν, άλλες όμως αφήνουν πίσω τους ένα αποτύπωμα που γίνεται μέρος της προσωπικής μας ιστορίας.
Πώς λοιπόν μια τέτοια εμπειρία επηρεάζει την ψυχική μας ευημερία; Είναι όλοι οι άνθρωποι που περνούν μια μεγάλη δυσκολία καταδικασμένοι να τραυματιστούν ψυχικά; Θα μπορούσε ένα βαθιά αρνητικό γεγονός να αποτελέσει κάποτε αφετηρία και για θετικές αλλαγές;
Οι πόλεμοι, μια σοβαρή ασθένεια, ένας χωρισμός, μια απώλεια, η αδικία, η προδοσία, η παραμέληση, η κακοποίηση, αποτελούν σαφώς δύσκολες εμπειρίες. Κάποιες φορές όμως μπορεί να μας σημαδέψει ακόμη και μια έντονη σύγκρουση με έναν άνθρωπο σημαντικό για εμάς. Άλλες φορές, πρόκληση αποτελεί η στιγμή που χρειάζεται να αποδεχθούμε ότι κάποια πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν και να αφήσουμε πίσω την ελπίδα για μια διαφορετική έκβαση. Δεν είναι ωστόσο, κάθε αρνητικό γεγονός τραυματικό. Το τραύμα δεν καθορίζεται αποκλειστικά από αυτό που συνέβη, αλλά από το αποτύπωμα που αφήνει η εμπειρία στον ψυχισμό του ανθρώπου. Έτσι, δύο άνθρωποι μπορεί να βιώσουν ένα φαινομενικά παρόμοιο γεγονός, αλλά να επηρεαστούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το πώς το βίωσαν, το ερμήνευσαν και μπόρεσαν να το διαχειριστούν (Maté & Maté, 2022).
Το πώς θα μας επηρεάσει μια δύσκολη εμπειρία δεν εξαρτάται επομένως, μόνο από το ίδιο το γεγονός. Σημασία έχουν η προσωπικότητα, οι προηγούμενες εμπειρίες, η ηλικία, οι ευαισθησίες μας, αλλά και το σύστημα που μας περιβάλλει. Η οικογένεια που μπορεί να μας κρατήσει ή να μας αφήσει μόνους. Οι φίλοι που θα ακούσουν ή θα απομακρυνθούν. Μια κοινωνία που μπορεί να αναγνωρίσει την αδικία ή να μας ζητήσει απλώς να το ξεπεράσουμε σιωπώντας. Η έρευνα επιβεβαιώνει αυτή τη σύνθετη εικόνα, αναδεικνύοντας ιδιαίτερα τη σημασία της κοινωνικής υποστήριξης μετά από ένα τραυματικό γεγονός για τη μετέπειτα ψυχολογική προσαρμογή (Ozer et al., 2003).
Η ζωή ενός παιδιού δεν σταματά στη δύσκολη εμπειρία που έζησε. Συνεχίζεται μέσα από τους ανθρώπους που θα συναντήσει, τις σχέσεις που θα δημιουργήσει και τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνοντας, θα καταφέρει να δώσει νόημα σε όσα βίωσε. Μπορεί να φοβηθεί, να θυμώσει ή να χάσει για ένα διάστημα την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης. Στην πορεία όμως, μπορεί να συναντήσει ανθρώπους που θα το ακούσουν πραγματικά, έναν γονέα, έναν εκπαιδευτικό, έναν φίλο, έναν σύντροφο, ή έναν ειδικό που θα του προσφέρει σταθερότητα και χώρο να επεξεργαστεί όσα έζησε. Το παρελθόν του δεν αλλάζει, μπορεί όμως να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο το κουβαλά. Να μάθει να ζητά βοήθεια, να δημιουργεί ασφαλέστερες σχέσεις, να αναγνωρίζει τη δύναμή του και να βλέπει διαφορετικά τον εαυτό του και τη ζωή. Η κοινωνική υποστήριξη σε συνάρτηση με την προσωπικότητα, φαίνεται να αποτελούν σημαντικό μέρος αυτής της πορείας, καθώς συνδέονται σταθερά με μεγαλύτερη μετατραυματική ανάπτυξη (Ning et al., 2023).
Κάπου εδώ γεννιέται ένα ιδιαίτερα σημαντικό ερώτημα… Μπορεί μέσα από μια εμπειρία που μας πλήγωσε να προκύψει με τον χρόνο, και κάτι που μας εξελίσσει; Η απάντηση δεν είναι απλή, ούτε σημαίνει ότι ο πόνος είναι απαραίτητος για να αναπτυχθούμε. Τα δεδομένα ωστόσο, δείχνουν ότι για ορισμένους ανθρώπους η προσπάθεια να σταθούν ξανά στα πόδια τους, να κατανοήσουν αυτό που συνέβη και να ξαναχτίσουν τη ζωή τους μπορεί να συνοδευτεί από ουσιαστικές θετικές αλλαγές. Αυτή ακριβώς η πορεία περιγράφεται στη βιβλιογραφία ως μετατραυματική ανάπτυξη (post-traumatic growth) και μπορεί να εκφραστεί μέσα από μια βαθύτερη εκτίμηση για τη ζωή, περισσότερο ποιοτικές σχέσεις, αλλαγή προτεραιοτήτων, αναγνώριση προσωπικής ευθύνης και δύναμης, νέες δυνατότητες, και έναν διαφορετικό τρόπο να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή (Tedeschi & Calhoun, 2004).
Η μετατραυματική ανάπτυξη ωστόσο, δεν αναιρεί τη σοβαρότητα ή τις συνέπειες μιας τραυματικής εμπειρίας, ούτε προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος οφείλει να αναζητήσει κάτι θετικό μέσα στον πόνο του. Μπορεί να εύχεται να μην είχε συμβεί ποτέ αυτό που συνέβη και την ίδια στιγμή, να αναγνωρίζει ότι μέσα από τη διαδρομή του άλλαξε. Μια σοβαρή απώλεια μπορεί για παράδειγμα, να οδηγήσει με τον χρόνο σε διαφορετικές προτεραιότητες, σε βαθύτερη εκτίμηση των σημαντικών σχέσεων ή σε μεγαλύτερη επίγνωση όσων έχουν πραγματική αξία. Μια δύσκολη σχέση μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση προσωπικών ορίων και αναγκών που προηγουμένως παρέμεναν ασαφή. Η ανάπτυξη δεν ακυρώνει την πληγή. Μπορεί να συνυπάρχει μαζί της. Και ίσως αυτή η συνύπαρξη να είναι το πιο ανθρώπινο στοιχείο της μετατραυματικής ανάπτυξης, όπου ο πόνος δεν χρειάζεται να έχει εξαφανιστεί για να αρχίσει ο άνθρωπος να εξελίσσεται.
Η πορεία που ακολουθεί ένας άνθρωπος μετά από μια δύσκολη εμπειρία διαμορφώνεται μέσα από μια σύνθετη αλληλεπίδραση παραγόντων. Η φύση και η ένταση όσων συνέβησαν, ο τρόπος με τον οποίο το άτομο επεξεργάζεται και νοηματοδοτεί την εμπειρία, αλλά και το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο προσπαθεί να ανακάμψει, μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά αυτή την πορεία. Οι άνθρωποι στους οποίους μπορεί να στραφεί, η υποστήριξη που λαμβάνει και η πρόσβαση σε κατάλληλη βοήθεια αποτελούν σημαντικούς προστατευτικούς πόρους. Ερευνητικά δεδομένα συνδέουν τόσο την επεξεργασία της τραυματικής εμπειρίας όσο και την κοινωνική υποστήριξη με τη μετατραυματική ανάπτυξη (Allen et al., 2022).
Ίσως λοιπόν η πιο ουσιαστική ερώτηση δεν είναι εάν οι δύσκολες εμπειρίες θα μας αλλάξουν. Συχνά θα μας αλλάξουν. Η ερώτηση είναι πώς θα μας αλλάξουν και μέσα σε ποιο πλαίσιο θα κληθούμε να τις επεξεργαστούμε. Το τραύμα μπορεί να αφήσει σημάδια, αλλά δεν προδιαγράφει μία και μοναδική πορεία. Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ελπιδοφόρα πλευρά της ανθρώπινης εμπειρίας… ακόμη και μετά από όσα δεν μπορέσαμε να επιλέξουμε, παραμένει ανοιχτό το πώς θα συνεχίσουμε.
Δρ. Ιφιγένεια Στυλιανού
Κλινική και Σχολική Ψυχολόγος




