Η Συμφωνία της Μέκκας δεν χρειάζεται ούτε υπερβολές ούτε κινδυνολογία για να αποδειχθεί σημαντική. Χρειάζεται απλώς να δοκιμαστεί στην πράξη. Και η Μέση Ανατολή, με τον τρόπο που μόνο αυτή γνωρίζει, φαίνεται να μην αφήνει πολύ χρόνο στους εμπνευστές της για πανηγυρισμούς. Η τριμερής συμφωνία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, που υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου στη Μέκκα, προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών. Οι κυβερνήσεις των τριών χωρών επιμένουν ότι πρόκειται για αμυντική συμφωνία και όχι για στρατιωτικό συνασπισμό εναντίον συγκεκριμένου κράτους. Δεν υπάρχει, επίσης, μέχρι στιγμής η λεπτομερής επιχειρησιακή αρχιτεκτονική που θα επέτρεπε να συγκριθεί με το ΝΑΤΟ. Αλλά η ουσία παραμένει. Για πρώτη φορά η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν επιχειρούν να μετατρέψουν τη μέχρι σήμερα διμερή ή περιστασιακή συνεργασία τους σε ένα θεσμοποιημένο πλαίσιο αμοιβαίας άμυνας. Και το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη διπλωματική φωτογραφία.

Η πρώτη δοκιμασία

Η πραγματική αξία, όμως, κάθε αμυντικής συμφωνίας δεν κρίνεται στο τραπέζι των υπογραφών. Κρίνεται όταν εμφανιστεί ο αντίπαλος. Και εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο ερωτηματικό. Η Σαουδική Αραβία έχει βρεθεί επανειλημμένα αντιμέτωπη με επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων, ενώ οι τελευταίες εβδομάδες έχουν καταστήσει σαφές ότι η απειλή των drones και των πυραύλων εναντίον των υποδομών του Κόλπου δεν είναι θεωρητική. Στις 27 Ιουλίου, οι Χούθι ισχυρίστηκαν ότι έπληξαν στόχους που συνδέονται με την παραγωγή και μεταφορά σαουδαραβικού πετρελαίου, ενώ την ίδια περίοδο η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε αναχαιτίσεις drones που κατευθύνονταν εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Στις 11 Αυγούστου, μάλιστα, η περιφερειακή κρίση κλιμακώθηκε ακόμη περισσότερο, με θανατηφόρα επίθεση στην Ερυθρά Θάλασσα που αποδόθηκε σε Χούθι, ενώ οι θαλάσσιες οδοί και οι ενεργειακές υποδομές της περιοχής εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αυξανόμενη πίεση.

Αυτό σημαίνει ότι η Συμφωνία της Μέκκας γεννήθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η συλλογική άμυνα δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι καθημερινή ανάγκη. Και ακριβώς γι’ αυτό θα κριθεί πολύ γρήγορα. Αν μια μικρή, σχετικά χαμηλού κόστους δύναμη drones μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα σε μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές περιοχές του πλανήτη, τότε το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα μαχητικά διαθέτει μια χώρα. Είναι κατά πόσον διαθέτει πολυεπίπεδη αεράμυνα, αντι-drone συστήματα, αισθητήρες, έγκαιρη προειδοποίηση, ηλεκτρονικό πόλεμο και ικανότητα προστασίας κρίσιμων υποδομών. Εκεί θα δοκιμαστεί η πραγματική αξία της νέας συμμαχίας.

Δεν είναι ΝΑΤΟ

Εδώ χρειάζεται ψυχραιμία. Η Συμφωνία της Μέκκας δεν είναι ΝΑΤΟ. Δεν διαθέτει ενιαία διοίκηση, κοινό στρατιωτικό δόγμα και, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, δεν συνοδεύεται από σαφώς προσδιορισμένες επιχειρησιακές υποχρεώσεις. Το Reuters έχει επισημάνει ακριβώς αυτή την έλλειψη συγκεκριμένων στρατιωτικών δεσμεύσεων. Αυτό, όμως, δεν την καθιστά άνευ σημασίας. Το αντίθετο. Η συμφωνία αποτελεί πολιτικό μήνυμα ότι τρεις σημαντικές μουσουλμανικές δυνάμεις επιχειρούν να οικοδομήσουν ένα περιφερειακό σύστημα ασφάλειας που θα εξαρτάται λιγότερο από την αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της.

Η Σαουδική Αραβία διαθέτει οικονομική ισχύ, ενεργειακούς πόρους και τεράστιες δυνατότητες χρηματοδότησης αμυντικών προγραμμάτων. Το Πακιστάν διαθέτει πολυάριθμες ένοπλες δυνάμεις και πυρηνική δυνατότητα, η οποία όμως δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως ενταγμένη στη νέα συμφωνία. Η Τουρκία διαθέτει μεγάλο στρατιωτικό μηχανισμό, εμπειρία επιχειρήσεων και μια αμυντική βιομηχανία που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει σημαντικές εξαγωγικές δυνατότητες.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν οι τρεις χώρες διαθέτουν ισχύ. Την διαθέτουν.Το ερώτημα είναι αν μπορούν να τη μετατρέψουν σε αποτελεσματική συλλογική ισχύ.

Η Τουρκία στο επίκεντρο

Εδώ βρίσκεται η τουρκική διάσταση. Η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει τη Συμφωνία της Μέκκας ως απλή διμερή αμυντική συνεργασία. Την εντάσσει στη γενικότερη προσπάθειά της να καταστεί αυτόνομος περιφερειακός πόλος ισχύος.

Η Τουρκία επιχειρεί εδώ και χρόνια να διευρύνει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα. Από τον Καύκασο και τα Βαλκάνια μέχρι τη Λιβύη, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, η Άγκυρα επενδύει στη δημιουργία ενός πολύπλευρου δικτύου πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών σχέσεων. Η Σαουδική Αραβία είναι για την Τουρκία ένα εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι αυτού του σχεδιασμού. Και το Πακιστάν προσθέτει μια ακόμη διάσταση: τη σύνδεση της τουρκικής επιρροής με τη Νότια Ασία και έναν από τους σημαντικότερους μουσουλμανικούς στρατιωτικούς παράγοντες. Η Άγκυρα, επομένως, δεν αποκτά απλώς έναν ακόμη σύμμαχο. Αποκτά μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάθος.

Το ερώτημα της αξιοπιστίας

Αυτό, όμως, δημιουργεί ένα άλλο πιο δύσκολο ερώτημα. Πόσο γρήγορα μπορεί η Τουρκία να μετατρέψει τη διακηρυγμένη πολιτική δέσμευση σε πραγματική στρατιωτική ικανότητα προβολής ισχύος στον Κόλπο; Γιατί άλλο είναι η πολιτική υποστήριξη και άλλο η επιχειρησιακή επέμβαση. Αν, για παράδειγμα, η Σαουδική Αραβία δεχθεί μεγάλης κλίμακας επίθεση με drones, βαλλιστικούς πυραύλους και πυραύλους cruise, τι ακριβώς προβλέπει η συμφωνία; Ποια δύναμη θα κινητοποιηθεί; Πόσο γρήγορα; Με ποια μέσα; Με ποια διοίκηση; Ποιος θα αποφασίσει την επέμβαση; Και μέχρι ποιο σημείο θα είναι διατεθειμένες η Τουρκία και το Πακιστάν να εμπλακούν σε έναν πόλεμο που μπορεί να ξεπεράσει τα σύνορα της Σαουδικής Αραβίας;

Αυτά δεν είναι θεωρητικά ερωτήματα. Είναι τα ερωτήματα που μετατρέπουν μια πολιτική διακήρυξη σε πραγματική αμυντική συμμαχία. Και μέχρι να απαντηθούν, η Συμφωνία της Μέκκας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως στρατηγική δέσμευση και λιγότερο ως ολοκληρωμένος μηχανισμός συλλογικής άμυνας.

Η νέα ευπάθεια του Κόλπου

Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμη σημαντικότερο. Οι τελευταίες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή αποδεικνύουν ότι η στρατιωτική ισχύς του 21ου αιώνα δεν μετριέται μόνο με αεροσκάφη, φρεγάτες και άρματα μάχης. Ένα φθηνό drone μπορεί να δημιουργήσει δυσανάλογα μεγάλη οικονομική ζημιά. Μια επίθεση σε έναν αγωγό, έναν σταθμό φυσικού αερίου, ένα διυλιστήριο, ένα λιμάνι ή ένα τερματικό ενεργειακό κέντρο μπορεί να προκαλέσει επιπτώσεις πολύ μεγαλύτερες από το κόστος των όπλων που χρησιμοποιήθηκαν. Το έχουμε δει επανειλημμένα στην περιοχή. Τον Απρίλιο, για παράδειγμα, επιθέσεις με πυραύλους και drones έπληξαν την περιοχή του Τζουμπάιλ, έναν από τους σημαντικότερους βιομηχανικούς και πετροχημικούς κόμβους της Σαουδικής Αραβίας. Το Πακιστάν τότε καταδίκασε τις επιθέσεις ως επικίνδυνη κλιμάκωση.

Το μήνυμα είναι σαφές: Η προστασία της ενέργειας είναι πλέον μέρος της εθνικής άμυνας. Και η Συμφωνία της Μέκκας θα πρέπει να αποδείξει αν μπορεί να προστατεύσει όχι μόνο σύνορα, αλλά και δίκτυα, λιμάνια, εγκαταστάσεις, αγωγούς, τερματικούς σταθμούς και θαλάσσιες οδούς.

Και η Ελλάδα;

Για την Ελλάδα η εξέλιξη δεν πρέπει να προκαλέσει πανικό. Πρέπει να προκαλέσει στρατηγική σκέψη. Η Αθήνα έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό πλέγμα συνεργασιών με τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Κύπρο.

Τώρα χρειάζεται το επόμενο βήμα. Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην αεράμυνα πολλαπλών επιπέδων, στην αντι-drone τεχνολογία, στα μη επανδρωμένα συστήματα, στην ηλεκτρονική επιτήρηση, στον κυβερνοχώρο και στην προστασία κρίσιμων υποδομών. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται στρατηγική συνέχεια. Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις δεν περιμένουν τις εκλογές.

Η Κύπρος δεν μπορεί να παρακολουθεί

Για την Κυπριακή Δημοκρατία το μήνυμα είναι ακόμη πιο άμεσο. Η Τουρκία δεν είναι μια μακρινή δύναμη που αποκτά ξαφνικά ενδιαφέρον για τον Κόλπο. Είναι η χώρα που διατηρεί στρατεύματα στην Κύπρο, ελέγχει στρατιωτικά τα κατεχόμενα και αμφισβητεί εμπράκτως κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν η Άγκυρα αποκτά επιπλέον στρατηγικό βάθος στη Μέση Ανατολή, η Λευκωσία δεν μπορεί να απαντά με διπλωματικές ανακοινώσεις.

Χρειάζεται αποτροπή. Αεράμυνα. Αντι-drone συστήματα. Θαλάσσια επιτήρηση. Κυβερνοάμυνα. Προστασία ενεργειακών υποδομών. Έγκαιρη προειδοποίηση. Διαλειτουργικότητα με την Ελλάδα και τους εταίρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ασφάλεια της Κύπρου δεν μπορεί να θεωρείται συμπλήρωμα της εξωτερικής πολιτικής. Πρέπει να αποτελεί πυρήνα της.

Το ευρωπαϊκό κενό

Και εδώ εμφανίζεται η ευρωπαϊκή ευθύνη.Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να παραμένει θεατής ενώ δημιουργούνται νέες αρχιτεκτονικές ασφαλείας γύρω από τα σύνορά της. Η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ένωσης. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι ευρωπαϊκός χώρος. Οι ενεργειακές υποδομές, οι θαλάσσιοι δρόμοι, η ασφάλεια των επικοινωνιών και η σταθερότητα της περιοχής συνδέονται άμεσα με ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η Ευρώπη χρειάζεται στρατηγική για την Ανατολική Μεσόγειο. Όχι απλώς δηλώσεις.

Η ώρα της αφύπνισης

Η Συμφωνία της Μέκκας δεν είναι ούτε «ισλαμικό ΝΑΤΟ» ούτε ένα άδειο χαρτί. Είναι κάτι ενδιάμεσο και, γι’ αυτό ακριβώς, πιο ενδιαφέρον. Είναι η απόπειρα τριών σημαντικών περιφερειακών δυνάμεων να δημιουργήσουν έναν νέο μηχανισμό στρατηγικής αυτονομίας. Το αν θα επιτύχει θα κριθεί στην πράξη.

Και οι Χούθι, το Ιράν, οι θαλάσσιες επιθέσεις, τα drones και η ευπάθεια των ενεργειακών υποδομών δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για θεωρητικές ασκήσεις. Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία κάθε αμυντικής συμφωνίας είναι η αξιοπιστία της. Αν η Σαουδική Αραβία δεχθεί επίθεση, θα πρέπει να αποδειχθεί αν η Τουρκία και το Πακιστάν είναι πραγματικά έτοιμα να αναλάβουν το κόστος της συλλογικής άμυνας ή αν η περίφημη ρήτρα «επίθεση εναντίον ενός είναι επίθεση εναντίον όλων» θα αποδειχθεί τελικά περισσότερο πολιτική διακήρυξη παρά επιχειρησιακή πραγματικότητα. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Και είναι ένα στοίχημα που αφορά πλέον ολόκληρη την περιοχή.

Συμπερασματικά, για την Ελλάδα και την Κύπρο το μήνυμα είναι καθαρό. Δεν χρειάζεται φόβος, χρειάζεται προετοιμασία. Δεν χρειάζεται πανικός, χρειάζεται αποτροπή. Δεν χρειάζεται ανταγωνισμός διακηρύξεων, χρειάζεται πραγματική ισχύς. Γιατί στη νέα Μέση Ανατολή, η γεωπολιτική δεν κρίνεται πλέον μόνο από το ποιος έχει τον μεγαλύτερο στρατό. Κρίνεται από το ποιος μπορεί να προστατεύσει τον εναέριο χώρο του, τις υποδομές του, τη θάλασσά του, την ενέργειά του και, τελικά, την ίδια την κυριαρχία του. Η Συμφωνία της Μέκκας μπήκε ήδη στο μικροσκόπιο της πραγματικότητας. Και η πραγματικότητα δεν χαρίζεται σε κανέναν. Ούτε στην Άγκυρα. Ούτε στο Ριάντ. Ούτε στο Ισλαμαμπάντ. Και ασφαλώς ούτε στην Αθήνα και στη Λευκωσία.

*Πρώην Πρύτανη, Καθηγητή Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Philips