Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ολοένα και πιο έντονη απαξίωση των φιλολογικών και γενικότερα των ανθρωπιστικών σπουδών. Όχι μόνο σε επίπεδο δημόσιου λόγου, αλλά και μέσα από πολιτικές επιλογές, προτεραιότητες και «σιωπηρές» αναδιαρθρώσεις του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι σαν να οδεύουμε ξανά προς τα πίσω, σε μια εποχή όπου η γνώση μετριόταν αποκλειστικά με όρους χρηστικότητας και άμεσης απόδοσης.
Η λογική είναι απλή — και επικίνδυνα απλοϊκή: ό,τι δεν οδηγεί άμεσα σε εργοδότηση, υποβαθμίζεται. Ό,τι δεν μεταφράζεται εύκολα σε «δεξιότητες αγοράς», θεωρείται περιττό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ανθρωπιστικές σπουδές μετατρέπονται σε ένα είδος πολυτέλειας, κάτι «καλό να υπάρχει», αλλά όχι ουσιαστικό.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν υπάρχει σήμερα ουσιαστική αποκατάσταση για πολλούς αποφοίτους αυτών των κλάδων. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να ωραιοποιηθεί. Όμως, το ερώτημα είναι άλλο: είναι αυτό επαρκής λόγος για να απαξιώσουμε τη σημασία τους ως κοινωνία;
Μια σοβαρή κοινωνία δεν οργανώνει την εκπαίδευσή της αποκλειστικά με όρους αγοράς εργασίας. Αντίθετα, οφείλει να αναγνωρίζει ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές συγκροτούν τη βάση της κριτικής σκέψης, της δημοκρατικής συνείδησης και της πολιτισμικής ταυτότητας. Δεν είναι απλώς γνωστικά αντικείμενα· είναι μηχανισμοί κατανόησης του κόσμου.
Αντί, λοιπόν, να συρρικνώνονται, θα έπρεπε να ενισχύονται — ιδιαίτερα στο επίπεδο του λυκείου. Και όχι ως ένα ακόμη «εξεταστικό αντικείμενο», αλλά ως ζωντανό μέρος ενός σύγχρονου προγράμματος σπουδών που δεν είναι απόλυτα συνυφασμένο με την εργοδότηση. Ένα πρόγραμμα που καλλιεργεί πολίτες, όχι μόνο μελλοντικούς εργαζόμενους.
Από μια ιδεαλιστική και κοινωνική σκοπιά, η διαπίστωση ότι «πάμε πίσω» είναι απολύτως βάσιμη. Μια κοινωνία που αποδυναμώνει τη γλώσσα, την ιστορία, τη φιλοσοφία και την κριτική σκέψη, υπονομεύει τον ίδιο της τον εαυτό.
Ωστόσο, εδώ αναδεικνύεται και μια σκληρή αντίφαση. Ζούμε σε μια εποχή έντονων πιέσεων, οικονομικής ανασφάλειας και συνεχών κρίσεων. Για πολλούς νέους, η επιλογή σπουδών δεν είναι πεδίο ιδεαλισμού, αλλά ζήτημα επιβίωσης. Και μέσα σε αυτή τη «βρωμιά» της πραγματικότητας, οι θυσίες για χάρη ενός πιο ουσιαστικού μορφωτικού ιδεώδους δεν είναι εύκολες — ούτε αυτονόητες.
Αυτό όμως δεν αναιρεί την ευθύνη της πολιτείας. Αντί να μετακυλίεται το βάρος της επιλογής αποκλειστικά στον μαθητή και την οικογένεια, χρειάζεται μια πιο θαρραλέα εκπαιδευτική πολιτική: μια πολιτική που δεν θα εγκαταλείπει τις ανθρωπιστικές σπουδές στο περιθώριο, αλλά θα τις επανατοποθετεί στο κέντρο της εκπαιδευτικής φιλοσοφίας.
Διότι στο τέλος, το ζήτημα δεν είναι μόνο τι δουλειές θα κάνουν οι απόφοιτοι, αλλά τι είδους κοινωνία θέλουμε να είμαστε.




