Το Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λεμεσού επιστρέφει από την 1η έως τις 8 Αυγούστου 2026, δηλώνοντας ως στόχο την παρουσίαση «σύγχρονων, δημιουργικών και κοινωνικοπολιτικά τολμηρών ντοκιμαντέρ». Η φετινή επιλογή περιλαμβάνει αναμφίβολα αξιόλογες ανθρώπινες ιστορίες, καλλιτεχνικές αναζητήσεις και θεματικές που συχνά μένουν στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης.

Την ίδια ώρα, όμως, η συνολική σύνθεση του προγράμματος προκαλεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο ένα κρατικά επιχορηγούμενο φεστιβάλ που φιλοδοξεί να λειτουργεί ως χώρος σύγχρονου προβληματισμού εξασφαλίζει πραγματική ιδεολογική πολυφωνία ή κινείται κυρίως εντός ενός συγκεκριμένου «προοδευτικού»  πλαισίου με αριστερή φόρτιση. Σημειώνεται πως με βάση τα αποτελέσματα του Χορηγικού Προγράμματος Στήριξης Φεστιβάλ Τεχνών «ΚΥΠΡΙΑ 2026», το Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λεμεσού έλαβε από το Υφυπουργείο Πολιτισμού μεταξύ άλλων 22 χιλάδες 320 ευρώ. 

Κάθε Αύγουστο, η μη κερδοσκοπική οργάνωση Brave New Culture αναλαμβάνει την διοργάνωση του συγκεκριμένου φεστιβάλ. Αν και ισχυρίζεται ότι στοχεύει σε μια «ποιοτική εμπειρία γεμάτη ιστορίες χαρακτηριστικές της εποχής μας», στην πράξη το πρόγραμμα καλύπτει μια έντονα μονόπλευρη επιλογή. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος προβάλονται κυρίως προοδευτικές, αριστερές ταινίες ή νεο-φιλελεύθερα αφηγήματα που εστιάζουν σε πρόσφυγες, queer ταυτότητες, φεμινισμό, αντι-αστυνομικό ακτιβισμό και μαρξιστική κριτική στην άρχουσα οικονομική ελίτ. Ουσιατικά η πολυφωνία που επικαλείται το φεστιβάλ μένει στα λόγια και η διαφορετική οπτική απουσιάζει.

Aνθρώπινες ιστορίες  και προσφυγιά

Δεν κινούνται όλες οι ταινίες του φετινού προγράμματος σε πολιτικό ή ιδεολογικό άξονα. Αρκετές εστιάζουν αποκλειστικά στον άνθρωπο, στις προσωπικές σχέσεις και στην καθημερινότητα.

Το The Golden Spurtle  είναι ένα χιουμοριστικό ντοκιμαντέρ για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Χυλού στη Σκωτία, με επίκεντρο την τοπική παράδοση και την αίσθηση της κοινότητας.

Το Closure του Michał Marczak ακολουθεί έναν πατέρα στην Πολωνία που αναζητά τον εξαφανισμένο 16χρονο γιο του, εξερευνώντας το πένθος, την ελπίδα και την άρνηση της απώλειας.

Στο Still Pushing Pineapples, η Kim Hopkins καταγράφει την καθημερινότητα του πρώην ποπ τραγουδιστή Dene Michael και της οικογένειάς του, αναδεικνύοντας τους οικογενειακούς δεσμούς και την ανθεκτικότητα.

Το The History of Concrete  ξεκινά ως ντοκιμαντέρ για το σκυρόδεμα και εξελίσσεται σε μια σατιρική ματιά στην κατοικία, το αστικό περιβάλλον και την αμερικανική καθημερινότητα.

Δεύτερος βασικός άξονας του προγράμματος είναι οι ιστορίες που συνδέονται με τον πόλεμο, την προσφυγιά και την ανθρώπινη ανθεκτικότητα, δίνοντας έμφαση κυρίως στις προσωπικές εμπειρίες των πρωταγωνιστών.

Ταυτότητα φύλου, queer ιστορία και φεμινιστικές αφηγήσεις

Από τις πιο έντονες παρουσίες στο φετινό πρόγραμμα είναι οι ταινίες που ασχολούνται με ζητήματα ταυτότητας φύλου, σεξουαλικότητας και queer ιστορίας. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες επιλογές αλλά για μια θεματική που επανέρχεται σε αρκετές παραγωγές. 

Ο λόγος για το A Song Without Home, που αφηγείται την ιστορία της Adelina, μιας νεαρής τρανς γυναίκας από τη Γεωργία η οποία μεταβαίνει στη Βιέννη αναζητώντας μια νέα ζωή. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκονται το Barbara Forever, αφιερωμένο στη λεσβία δημιουργό Barbara Hammer, το In Hell with Ivo, με επίκεντρο τον Βούλγαρο queer καλλιτέχνη Ivo Dimchev, καθώς και το Mineshaft: The Cruising Murders, που εξετάζει την αναπαράσταση της ομοφυλοφιλικής κοινότητας πριν από την εμφάνιση του AIDS. Αντίστοιχα, το Sucia / Filthy μετατρέπει ένα προσωπικό τραύμα σεξουαλικής βίας σε μια αφήγηση με έντονη φεμινιστική και αντιπατριαρχική προσέγγιση.

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι το Υφυπουργείο Πολιτισμού επιχορήγησε ξεχωριστά και το 7ο Φεστιβάλ ΛΟΑΤΚΙ+ Κινηματογράφου Κύπρου Queer Wave με 34.500 ευρώ. Ποιος ο λόγος να υπάρχει πληθώρα ντοκιμαντέρ με παρόμοια θεματική στο Διεθνές Φεστιβάλ Λεμεσού;

Αντι-αστυνομικός ακτιβισμός και κοινωνική σύγκρουση

Πιο ξεκάθαρα πολιτική είναι η ταινία A City in the Forest, που ακολουθεί το «κίνημα αντίστασης» στην Ατλάντα κατά της δημιουργίας του αποκαλούμενου «Cop City», μιας μεγάλης εγκατάστασης εκπαίδευσης της αστυνομίας, η κατασκευή της οποίας συνδέεται με την καταστροφή αστικού δάσους.

Η ταινία εντάσσεται εμφανώς σε ένα αριστερο-ριζοσπαστικό, οικολογικό και αντι-αστυνομικό πλαίσιο, παρουσιάζοντας τον ακτιβισμό ως απάντηση στην επέκταση των κατασταλτικών μηχανισμών και στην περιβαλλοντική υποβάθμιση.

Το The Urban Condition: An Expanded Screening συγκεντρώνει αρχειακό υλικό από το 1968 έως το 2025 για τις πόλεις, τη στέγαση και τις κοινωνικές συνθήκες. Η προσέγγιση είναι κριτική απέναντι στον σύγχρονο αστικό σχεδιασμό, με έμφαση στις κοινωνικές ανισότητες και στη δικαιοσύνη στον δημόσιο χώρο.

Ο Ριμπολόβλεβ και η κριτική στον πλούτο και στις ελίτ

Το The Oligarch and the Art Dealer καταγράφει τη δεκαετή δικαστική διαμάχη δισεκατομμυρίων ανάμεσα στον Ρώσο ολιγάρχη Dmitry Rybolovlev (για τον οποίο γίνεται μεγάλη συζήτηση και στο Κράτος Μαφία του Μακάιρου Δρουσιώτη) και τον Ελβετό έμπορο τέχνης Yves Bouvier.

Η υπόθεση αγγίζει τον κλειστό κόσμο της αγοράς έργων τέχνης, στις υπερχρεώσεις, στις αδιαφανείς συναλλαγές και στη δύναμη της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ. Η οπτική της ταινίας είναι σαφώς κριτική απέναντι στον ακραίο πλούτο και στους μηχανισμούς που επιτρέπουν τη συγκέντρωση χρήματος και επιρροής.

Τέχνη, πολιτισμός και αντικουλτούρα

Η Καρδιά του Ταύρου εξετάζει τη δημιουργική διαδικασία και τη δυνατότητα της τέχνης να υπερβαίνει την καθημερινότητα.

Το NOVA ’78 αναδεικνύει την καλλιτεχνική ελευθερία, τον πειραματισμό και την αντικουλτούρα.

Το Remembering Mariamman ασχολείται με την μνήμη, τη θρησκεία και τις υβριδικές πολιτισμικές ταυτότητες, με επίκεντρο την ινδουιστική θεά Mariamman.

Κυπριακό ενδιαφέρον με δικοινοτικό πρόσημο

Ιδιαίτερο κυπριακό ενδιαφέρον παρουσιάζει μόνο το The Flycatcher – Sinekci, των Khalil Betz-Heinemann και Johan Duchateau. Πρόκειται για εθνογραφικό ντοκιμαντέρ ανατρέχει στην εξάλειψη της ελονοσίας στην Κύπρο, η οποία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα συνεργασίας και συλλογικής προσπάθειας πριν από το 1974.

Το κρίσιμο ερώτημα της πολυφωνίας

Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως  τέχνη δεν είναι υποχρεωμένη να είναι ιδεολογικά ουδέτερη. Αντίθετα, διαχρονικά το ντοκιμαντέρ ιστορικά υπήρξε πεδίο καταγγελίας, κοινωνικής κριτικής και ανάδειξης φωνών που δεν ακούγονται εύκολα. Ένα φεστιβάλ, όπως και αυτό της Λεμεσού, έχει κάθε δικαίωμα να επιλέγει ταινίες για το προσφυγικό, τα δικαιώματα των γυναικών, τη σεξουαλική ταυτότητα, την αστυνομική βία ή τις οικονομικές ανισότητες.

Το ζήτημα προκύπτει όταν η διαφορετικότητα των θεμάτων δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη διαφορετικότητα της οπτικής προσέγγισης, Με βάση την πιο πάνω θεματική αποτίμηση των ταινιών, μεγάλο μέρος του φετινού προγράμματος συγκλίνει σε μια προοδευτική, queer, φεμινιστική, αντισυστημική ή ευρύτερα ριζοσπαστικά αριστερή-φιλελεύθερη ανάγνωση της πραγματικότητας. Αντίθετα, είναι ελάχιστες ή ανύπαρκτες οι ταινίες που προσεγγίζουν με σοβαρότητα διαφορετικές κοινωνικές, πολιτισμικές ή ιδεολογικές αντιλήψεις. Δηλαδή τον κίνδυνο διαβρωσης του κοινωνικού ιστού στην Δύση από την ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση,  την ριζοσπατικοποίηση του Ισλάμ, την αποδόμηση των εθνικών ταυτοτήτων από τον οδοστρωτήρα της δυτικής παγκοσμιοποίησης ή την κινεζοποίηση της κατανάλωσης ως μορφή ήπιας ισχύος της Κίνας.

Το τελικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι κατά πόσο οι συγκεκριμένες ταινίες πρέπει να προβάλλονται. Ασφαλώς και πρέπει. Ο προβληματισμός έγκειται στο κατά πόσο ένα «διεθνές» φεστιβάλ που επικαλείται σύγχρονες κοινωνικές ευαισθησίες οφείλει να διευρύνει το φάσμα των ιδεών που παρουσιάζει, αντί να αναπαράγει σχεδόν αποκλειστικά τις ήδη επικρατούσες δεολογικές τάσεις που έρχονται κυρίως το πολιτισμικό κατεστημένο των ΗΠΑ.