Η ολοκλήρωση της έρευνας για την υπόθεση του λεγόμενου «Video Gate» με την παράδοση του πορίσματος του ποινικού ανακριτή στον Γενικό Εισαγγελέα κλείνει ένα κεφάλαιο, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν τερματίζει τη δημόσια συζήτηση. Αντίθετα, μεταφέρει το βάρος από το στενό πεδίο της ποινικής αξιολόγησης στο ουσιαστικότερο πεδίο, εκείνο της πολιτικής ευθύνης, της θεσμικής αξιοπιστίας και της σχέσης της εξουσίας με την κοινωνία.
Η βασική αρχή ενός κράτους δικαίου είναι αδιαπραγμάτευτη. Κανένας δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος χωρίς αποδείξεις και χωρίς δικαστική κρίση. Αν το πόρισμα δεν τεκμηριώνει ποινικές ευθύνες, η εξέλιξη αυτή πρέπει να γίνει σεβαστή. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να υποκαθιστά τη Δικαιοσύνη ούτε η δημόσια κατακραυγή να μετατρέπεται σε εναλλακτικό δικαστήριο.
Όμως η ίδια αρχή επιβάλλει και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική παραδοχή. Η απουσία ποινικής ευθύνης δεν σημαίνει αυτομάτως απουσία πολιτικού προβλήματος. Αυτό είναι το σημείο που η υπόθεση Video Gate ξεπερνά το ίδιο το περιεχόμενο του βίντεο και αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας της εξουσίας. Διότι μια κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο από το αν κάποιος αξιωματούχος παραβίασε τον Ποινικό Κώδικα. Κρίνεται και από το αν οι συμπεριφορές, οι πρακτικές και οι επιλογές όσων βρίσκονται κοντά στο κέντρο λήψης αποφάσεων ανταποκρίνονται στα υψηλότερα πρότυπα που απαιτεί η δημόσια ζωή. Η πολιτική ευθύνη είναι ευρύτερη από τη νομική ευθύνη.
Το πόρισμα του ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή, όπως έχει γίνει γνωστό από τις μέχρι σήμερα πληροφορίες, δεν οδηγεί σε καταλογισμό ποινικών ευθυνών. Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική και πρέπει να γίνει απολύτως σεβαστή από όλους. Σε ένα κράτος δικαίου, η απουσία επαρκών στοιχείων για ποινική δίωξη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πολιτική καταδίκη ούτε σε δημόσια ενοχοποίηση προσώπων. Όμως η εξίσωση «δεν υπάρχει ποινική ευθύνη, άρα το θέμα έκλεισε» αποτελεί μια επικίνδυνη απλούστευση. Η πολιτική ζωή δεν εξαντλείται στις αίθουσες των δικαστηρίων. Οι θεσμοί λειτουργούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εμπιστοσύνης, αξιοπιστίας και προσδοκιών από τους πολίτες. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η πραγματική διάσταση της υπόθεσης.
Το Video Gate ανέδειξε ένα βαθύτερο πρόβλημα, δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία, στην επιρροή, στην πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων και στα όρια που πρέπει να διέπουν τη συμπεριφορά όσων βρίσκονται κοντά στην εκτελεστική εξουσία. Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, η πολιτική ευθύνη δεν αρχίζει και δεν τελειώνει εκεί όπου αρχίζει και τελειώνει ο Ποινικός Κώδικας. Οι υπουργοί, οι πολιτικοί
αξιωματούχοι και οι στενοί συνεργάτες της εξουσίας δεν καλούνται απλώς να αποφεύγουν την παρανομία. Καλούνται να λειτουργούν με τρόπο που να αποτρέπει ακόμη και την εύλογη δημιουργία υπονοιών για σύγκρουση συμφερόντων, αθέμιτη επιρροή ή χαλαρή αντίληψη των ορίων μεταξύ δημόσιου καθήκοντος και ιδιωτικών επιδιώξεων. Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό μάθημα της υπόθεσης.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας κρίσιμης επιλογής. Μπορεί να επιλέξει την εύκολη οδό της επικοινωνιακής διαχείρισης, δηλαδή να παρουσιάσει το πόρισμα ως πλήρη δικαίωση της κυβέρνησης και να θεωρήσει ότι η υπόθεση ανήκει πλέον στο παρελθόν. Μπορεί όμως να επιλέξει και τον δρόμο της θεσμικής ηγεσίας, να αναγνωρίσει, δηλαδή, ότι ακόμη και όταν δεν υπάρχουν ποινικές ευθύνες, η πολιτεία οφείλει να εξετάζει κατά πόσον υπάρχουν κενά, αδυναμίες ή συμπεριφορές που πρέπει να διορθωθούν.
Η δεύτερη επιλογή θα ήταν η πιο ώριμη πολιτικά. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν χρειάζεται να αμφισβητήσει το πόρισμα ούτε να υιοθετήσει την κριτική όσων επιδιώκουν πολιτικές σκοπιμότητες. Χρειάζεται όμως να δώσει ένα σαφές μήνυμα ότι η κυβέρνησή του δεν θεωρεί επαρκές το ελάχιστο όριο της νομιμότητας. Ότι η διακυβέρνηση απαιτεί υψηλότερα πρότυπα από την απλή απουσία ποινικής καταδίκης.
Η Κύπρος τα τελευταία χρόνια έχει βιώσει επανειλημμένες κρίσεις εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Από το επενδυτικό πρόγραμμα και τις διεθνείς επικρίσεις για ζητήματα διαφάνειας μέχρι τις διαρκείς συζητήσεις για τη λειτουργία του κράτους, το βασικό πρόβλημα που αναδύεται είναι η απόσταση ανάμεσα στους θεσμούς και στην κοινωνική αντίληψη περί δικαιοσύνης και λογοδοσίας. Η αποκατάσταση αυτής της εμπιστοσύνης δεν επιτυγχάνεται με δηλώσεις αυτοδικαίωσης. Επιτυγχάνεται με πράξεις.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα μπορούσε, επομένως, να μετατρέψει την υπόθεση Video Gate σε αφετηρία μιας νέας θεσμικής πρωτοβουλίας. Να προωθήσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ενίσχυσης της διαφάνειας στη λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας. Να επανεξετάσει τους κανόνες που διέπουν τις επαφές κυβερνητικών αξιωματούχων με ιδιώτες, επιχειρηματικά συμφέροντα και πρόσωπα που επιδιώκουν πρόσβαση στη λήψη αποφάσεων.
Η ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου για το lobbying αποτελεί ένα βήμα, αλλά δεν αρκεί. Απαιτείται ουσιαστική εφαρμογή του, σαφείς διαδικασίες καταγραφής επαφών και μια νέα κουλτούρα πολιτικής δεοντολογίας. Παράλληλα, χρειάζεται να ενισχυθεί η λογική της προληπτικής λογοδοσίας. Οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να περιμένουν μια κρίση για να αποδείξουν ότι λειτουργούν με διαφάνεια. Πρέπει να δημιουργούν οι ίδιες μηχανισμούς που αποτρέπουν την αμφισβήτηση.
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα που ανέδειξε η υπόθεση αφορά την ευαλωτότητα των δημοκρατικών θεσμών στην εποχή της ψηφιακής παραπληροφόρησης. Η δυνατότητα δημιουργίας, επεξεργασίας και διάδοσης οπτικοακουστικού υλικού που μπορεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη αποτελεί πλέον μια πραγματική πρόκληση για όλα τα κράτη. Η απάντηση, όμως, δεν μπορεί να είναι μόνο η καταγγελία της παραπληροφόρησης. Πρέπει να είναι η ενίσχυση της θεσμικής ανθεκτικότητας. Όσο μεγαλύτερη είναι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, τόσο μικρότερη είναι η αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε προσπάθειας χειραγώγησης της κοινωνίας. Για αυτό και η διαχείριση της επόμενης ημέρας είναι εξίσου σημαντική με την ίδια την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει την ευκαιρία να δείξει ότι αντιλαμβάνεται την πολιτική εξουσία όχι ως μηχανισμό άμυνας απέναντι στην κριτική, αλλά ως διαρκή υποχρέωση λογοδοσίας απέναντι στους πολίτες. Το μήνυμα που πρέπει να εκπέμψει δεν είναι ότι «δεν βρέθηκε ποινική ευθύνη, άρα όλα τελείωσαν». Το μήνυμα πρέπει να είναι ότι «η δημοκρατία απαιτεί περισσότερα από την απουσία παρανομίας». Η πραγματική πολιτική ηγεσία φαίνεται όταν η εξουσία καλείται να αντιμετωπίσει δύσκολες στιγμές. Όταν δεν περιορίζεται στην προστασία της εικόνας της, αλλά επιλέγει να ενισχύσει τους θεσμούς. Το Video Gate μπορεί να αποτελέσει είτε ακόμη ένα επεισόδιο στην αλυσίδα κρίσεων εμπιστοσύνης, είτε μια ευκαιρία για θεσμική αναβάθμιση. Η επιλογή βρίσκεται πλέον στα χέρια της πολιτικής ηγεσίας.
Συμπερασματικά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει μπροστά του μια επιλογή με ευρύτερη σημασία από τη συγκεκριμένη υπόθεση. Μπορεί να επιλέξει την αντίληψη ότι η απουσία ποινικής καταδίκης αποτελεί το τέλος κάθε συζήτησης. Ή μπορεί να επιλέξει μια πιο απαιτητική αλλά πολιτικά ισχυρότερη στάση, να δηλώσει ότι η κυβέρνησή του δεν αρκείται στο να μην παραβιάζει τον νόμο, αλλά δεσμεύεται να ενισχύει συνεχώς τους κανόνες διαφάνειας, λογοδοσίας και θεσμικής ποιότητας. Η δεύτερη επιλογή είναι αυτή που μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό διακύβευμα του Video Gate δεν είναι μόνο τι συνέβη σε ένα βίντεο. Είναι τι είδους πολιτική κουλτούρα θέλει να οικοδομήσει η Κυπριακή Δημοκρατία. Και σ’ αυτό το ερώτημα η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας, και πρωτίστως του Προέδρου της Δημοκρατίας, είναι ιστορική.




