Τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση για το δημογραφικό γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Συζητούμε για τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος, για την έλλειψη εργατικού δυναμικού, για την ανάγκη δημιουργίας νέων σχολικών μονάδων και για τις επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού.

Σπάνια όμως τίθεται ένα απλό ερώτημα:

Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ;

Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στην ακρίβεια, στη στεγαστική κρίση ή στην αλλαγή του τρόπου ζωής.

Βρίσκεται και στις πολιτικές επιλογές που ακολούθησε η ίδια η Πολιτεία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η νομοθεσία για το Επίδομα Τέκνου.

Το 2012, στο πλαίσιο των μνημονιακών μέτρων, η φιλοσοφία του νόμου άλλαξε ριζικά. Η κρατική στήριξη έπαψε να αποτελεί κυρίως εργαλείο δημογραφικής πολιτικής και συνδέθηκε με αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, τα οποία παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα μέχρι σήμερα.

Αποτέλεσμα είναι ότι, για να έχει μια μεγάλη οικογένεια συνεχή πρόσβαση στη στήριξη της Πολιτείας, από τη γέννηση του πρώτου παιδιού μέχρι και την ολοκλήρωση των σπουδών του τελευταίου, εξακολουθούν να εφαρμόζονται ουσιαστικά τα ίδια εισοδηματικά όρια (€49.000) και το ίδιο περιουσιακό όριο (€1,2 εκατ.), είτε πρόκειται για οικογένεια με ένα παιδί είτε για πολύτεκνη οικογένεια με δέκα παιδιά.

Τα όρια αυτά σχεδιάστηκαν το 2012 και έκτοτε παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα. Δεν ακολούθησαν ούτε τον πληθωρισμό, ούτε τη μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής, ούτε τις αντικειμενικά μεγαλύτερες ανάγκες των μεγάλων οικογενειών.

Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής αποτυπώνονται πλέον στα ίδια τα επίσημα στοιχεία.

Οι κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες που λάμβαναν Επίδομα Τέκνου μειώθηκαν από 10.065 το 2012 σε μόλις 3.166 το 2024.

Την ίδια περίοδο, οι γεννήσεις Κυπρίων πολιτών μειώνονται χρόνο με τον χρόνο, ενώ ο συνολικός αριθμός των γεννήσεων δεν ακολουθεί την ίδια πτωτική πορεία. Η εξέλιξη

αυτή καταδεικνύει ότι η δημογραφική σύνθεση της χώρας μεταβάλλεται σταδιακά. Παράλληλα, η χαμηλή γεννητικότητα των Κυπρίων επιτείνει τη γήρανση του πληθυσμού, γεγονός που οδηγεί ήδη την Πολιτεία σε μεταρρυθμίσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος, στην αναζήτηση περισσότερου εργατικού δυναμικού και στον σχεδιασμό νέων εκπαιδευτικών υποδομών.

Με άλλα λόγια, το δημογραφικό δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα κοινωνικό ζήτημα. Επηρεάζει άμεσα την οικονομία, την αγορά εργασίας, το ασφαλιστικό σύστημα και τον συνολικό αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας.

Πολλοί θεωρούν ότι το Επίδομα Τέκνου είναι απλώς ένα ακόμη κοινωνικό επίδομα.

Στην πραγματικότητα, αποτελεί το βασικότερο εργαλείο οικογενειακής πολιτικής, καθώς η πρόσβαση σε αυτό ανοίγει τον δρόμο και για σειρά άλλων μορφών κρατικής στήριξης, όπως η φοιτητική χορηγία, τα μειωμένα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος και άλλες κοινωνικές παροχές.

Όταν λοιπόν το σημαντικότερο εργαλείο στήριξης της οικογένειας λειτουργεί αποτρεπτικά για εκείνους που επιθυμούν να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν υπηρετεί πραγματικά τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε.

Η ίδια η Πολιτεία αναγνώρισε πρόσφατα, μέσα από τη φορολογική μεταρρύθμιση, ότι οι πολύτεκνες οικογένειες έχουν αυξημένες ανάγκες, αυξάνοντας σημαντικά τα σχετικά εισοδηματικά όρια.

Η ίδια αρχή πρέπει να εφαρμοστεί και στη μεταρρύθμιση του Επιδόματος Τέκνου.

Η θέση της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων είναι ξεκάθαρη.

Όλες οι πολύτεκνες οικογένειες πρέπει να έχουν συνεχή πρόσβαση στη στήριξη της Πολιτείας, χωρίς εισοδηματικούς αποκλεισμούς.

Η ανατροφή τεσσάρων ή περισσότερων παιδιών δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση.

Αποτελεί κοινωνική προσφορά, επένδυση στο δημογραφικό μέλλον της χώρας και προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους.

Η επικείμενη μεταρρύθμιση του Επιδόματος Τέκνου αποτελεί μια ιστορική ευκαιρία. Όχι μόνο για να αποκατασταθούν αδικίες δεκαπέντε ετών, αλλά και για να αποδείξει η Κυπριακή Δημοκρατία ότι η δημογραφική πολιτική της μετατρέπεται επιτέλους από διακηρύξεις σε πράξη.

Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται μεταρρύθμιση.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχουμε ακόμη την πολυτέλεια να συνεχίσουμε με την ίδια πολιτική και να αναμένουμε διαφορετικά αποτελέσματα.

 

Του Ιωαννίκιου Φάκα, Έφορου Δημοσίων Σχέσεων της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων