Αστυνομικός πυροβόλησε τέσσερις φορές τη γυναίκα του και στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε. Δεν πρόκειται για ένα ακόμη τραγικό γεγονός στις ειδήσεις.Είναι μια σχισμή στην εικόνα ασφάλειας που θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε.

 Πίσω από τέτοιου είδους τραγωδίες κρύβεται μια εξίσωση βίας και εξουσίας που υπήρχε πολύ πριν από το μοιραίο συμβάν. Σχεδόν ποτέ δεν πρόκειται για μια ξαφνική έκρηξη που δεν είχε δώσει προειδοποίηση. Η ενδοοικογενειακή βία χτίζεται με τον χρόνο, σε σχέσεις όπου η ανισορροπία δύναμης, η συναισθηματική πίεση, ο έλεγχος και πάνω από όλα η σιωπή κανονικοποιούνται.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι μόνο η τραγική κατάληξη, αλλά όλα όσα προηγήθηκαν και αγνοήθηκαν. Συχνά οι πρώτες μορφές βίας δεν είναι σωματικές. Είναι η υποτίμηση, ο έλεγχος, η οικονομική εξάρτηση, ο φόβος. Σε τέτοιες περιπτώσεις η κοινωνία δείχνει σοκαρισμένη, εκφράζει συμπόνια προς το θύμα, όμως πολύ γρήγορα το θέμα ξεχνιέται. Συζητάμε έντονα για τις πρώτες μέρες, ρίχνουμε ευθύνες, εκφράζουμε οργή και στη συνέχεια η δημόσια συζήτηση σταματά μέχρι να συμβεί η επόμενη τραγωδία. Έτσι, η βία αντιμετωπίζεται ως μια σειρά ειδήσεων και όχι ως ένα σταθερό κοινωνικό πρόβλημα που απαιτεί αντιμετώπιση.

Στην κυπριακή κοινωνία η σιωπή λειτουργεί πολλές φορές ως ασπίδα για την «προστασία» της οικογένειας από σχολιασμούς και κουτσομπολιό. Τα προβλήματα που υπάρχουν μέσα σε κάθε σπίτι θεωρούνται προσωπική υπόθεση, ακόμη και όταν δημιουργείται ένα περιβάλλον φόβου και κακοποίησης. Η αντίληψη ότι δεν πρέπει να ανακατευόμαστε πολλές φορές φοβίζει τους ανθρώπους από το να ζητήσουν βοήθεια.Γιατί στην κοινωνία μας είναι πολύ πιο σημαντική η άποψη που έχουν οι άλλοι για εμάς παρά τι πραγματικά μας συμβαίνει.

Ταυτόχρονα, δημιουργούνται ερωτήματα για το πώς αντιμετωπίζει το σύστημα αλλά και η κοινωνία τις πρώτες ενδείξεις της ενδοοικογενειακής βίας. Πόσες καταγγελίες κάθε χρόνο υποτιμώνται; Πόσα θύματα αισθάνονται ότι δεν θα γίνουν πιστευτά; Και ακόμη περισσότερο, πόσες φορές άνθρωποι από το στενό περιβάλλον αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά επιλέγουν να μη μιλήσουν επειδή θεωρούν ότι δεν είναι δική τους υπόθεση; Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να αποτρέψει τα χειρότερα, όμως προϋποθέτει μια κοινωνία που δεν φοβάται να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Η βία δεν αφορά μόνο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Είναι κοινωνικό φαινόμενο που συνδέεται με την εκπαίδευση, την κουλτούρα και τα στερεότυπα. Η λύση δεν ξεκινά όταν υπάρξει μια καταγγελία. Ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουμε τα παιδιά μας και από το τι θεωρείται αποδεκτό μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις.

Αυτά τα γεγονότα απαιτούν μια παραδοχή. Η βία δεν είναι ένα εξωτερικό πρόβλημα που εμφανίζεται ξαφνικά μέσα στην κοινωνία. Είναι αποτέλεσμα που δημιουργείται όταν οι θεσμοι και η κοινωνία αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν έγκαιρα τα σημάδια και να δράσουν πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη.

 Το ζητούμενο επομένως, δεν είναι μόνο η καταδίκη ενός ατόμου ή η απονομή δικαιοσύνης για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία και το κράτος αντιλαμβάνονται, αντιμετωπίζουν και προλαμβάνουν την ενδοοικογενειακή βία, αλλιώς θα έχουμε χάσει ακόμη μία ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα πριν οδηγηθούμε στην επόμενη τραγωδία.