Κάθε φορά που το Κυπριακό φαίνεται να βυθίζεται στην ακινησία, μια νέα διπλωματική κίνηση έρχεται να υπενθυμίσει ότι το πρόβλημα συνεχίζει να υπάρχει. Απλώς μετακινείται σιωπηλά μέσα στις γεωπολιτικές μεταβολές της Ανατολικής Μεσογείου, στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας και στις προτεραιότητες των μεγάλων δυνάμεων. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη περί εν εξελίξει πρωτοβουλίας του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες για το Κυπριακό, προκάλεσαν αντιδράσεις, αμφισβήτηση, αλλά και πολιτική αντιπαράθεση. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν ο Πρόεδρος επιχειρεί επικοινωνιακή διαχείριση. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν όντως διαμορφώνεται ένα νέο διπλωματικό πλαίσιο για επίλυση του Κυπριακού και ποια είναι τα πραγματικά του χαρακτηριστικά.
Η συζήτηση άνοιξε μετά τη συνέντευξη του Προέδρου Χριστοδουλίδη, που ανέφερε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη νέα πρωτοβουλία του ΟΗΕ που ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε κατάθεση πλαισίου λύσης πριν από τη λήξη της θητείας του Γκουτέρες στο τέλος του 2026. Οι δηλώσεις αυτές αντιμετωπίστηκαν από ορισμένους ως υπερβολικές ή και αποκομμένες από την πραγματικότητα, με βασικό επιχείρημα ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επίσημη ανακοίνωση των Ηνωμένων Εθνών που να επιβεβαιώνει τέτοιας έκτασης εξελίξεις.
Πράγματι, οι επίσημες ανακοινώσεις του ΟΗΕ μετά τις επαφές του Γενικού Γραμματέα με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν και με τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη ήταν εξαιρετικά φειδωλές. Περιορίστηκαν στη γνωστή διπλωματική γλώσσα περί «συζήτησης της πορείας προς τα εμπρός στο Κυπριακό», χωρίς αναφορές σε νέο σχέδιο ή σε συγκεκριμένη διαδικασία. Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην απουσία διεργασιών. Πέραν τούτου, οι δηλώσεις του ίδιου του Γκουτέρες στην τουρκική τηλεόραση NTV τον Μάρτιο του 2026 ήταν αξιοσημείωτες. Ο Γενικός Γραμματέας δήλωσε ότι «εργάζονται πολύ σκληρά» για το Κυπριακό, ότι «έχουν επανεκκινήσει οι επικοινωνίες» και ότι ο ίδιος θα κάνει «ό,τι μπορεί μέχρι την τελευταία ημέρα της θητείας του». Παρότι απέφυγε να πει ότι βρίσκεται κοντά λύση, η γλώσσα που χρησιμοποίησε δεν ήταν τυπικά γραφειοκρατική. Ήταν πολιτική και σαφώς υποδήλωνε πρόθεση ενεργότερης εμπλοκής.
Η εικόνα που προκύπτει από σειρά διεθνών και κυπριακών δημοσιευμάτων και αναλύσεων είναι ότι τους τελευταίους μήνες εξελίσσεται μια αργή αλλά υπαρκτή κινητικότητα στο παρασκήνιο. Η εικόνα αυτή επισημαίνει ότι η επικείμενη πρωτοβουλία Γκουτέρες δεν φαίνεται να έχει τον χαρακτήρα μιας ακόμη συμβολικής επανέναρξης συνομιλιών, αλλά μιας προσπάθειας μετάβασης από τη διαχείριση της διαδικασίας σε ουσιαστική διαπραγμάτευση. Η λογική αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι το μοντέλο των ατέρμονων συνομιλιών χωρίς πολιτικό κόστος για τις πλευρές έχει εξαντλήσει τα όριά του.
Παράλληλα, πληθαίνουν οι πληροφορίες ότι ο ΟΗΕ εξετάζει σοβαρά τη σύγκληση νέας άτυπης πολυμερούς διάσκεψης μετά την ολοκλήρωση της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι αυτή η κινητικότητα δεν γεννιέται σε πολιτικό κενό. Η γεωπολιτική συγκυρία έχει αλλάξει σημαντικά. Η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά αυξημένη στρατηγική σημασία λόγω της ενεργειακής ασφάλειας, της αστάθειας στη Μέση Ανατολή και των νέων αμυντικών ισορροπιών. Ταυτόχρονα, η Τουρκία επιχειρεί σταδιακή επαναπροσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως για οικονομικούς και γεωστρατηγικούς λόγους. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, το Κυπριακό επανέρχεται ως παράγοντας που επηρεάζει ευρύτερες περιφερειακές ισορροπίες.
Η Λευκωσία επιχειρεί να αξιοποιήσει ακριβώς αυτή τη συγκυρία, συνδέοντας στενότερα το Κυπριακό με την πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων και με τις στρατηγικές επιδιώξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ευρύτερη περιοχή. Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη εκτιμά ότι οι σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες δημιουργούν ένα διαφορετικό πλαίσιο από εκείνο προηγούμενων ετών, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητεί τρόπους να διατηρήσει λειτουργικούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις βασικές αρχές και αξίες της. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρεί ότι διαθέτει τη δυνατότητα να προωθήσει μια πολιτική που θα συνδέει οποιαδήποτε ουσιαστική αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων με συγκεκριμένη πρόοδο στο Κυπριακό.
Η προσέγγιση αυτή δεν στερείται λογικής. Η Τουρκία αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές προκλήσεις και έχει ανάγκη από επενδύσεις, πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές, εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης και βελτίωση του πολιτικού κλίματος με τις δυτικές πρωτεύουσες. Παράλληλα, η αυξανόμενη σημασία της ασφάλειας, της ενέργειας και της περιφερειακής σταθερότητας καθιστά τις σχέσεις Άγκυρας–Βρυξελλών πιο σημαντικές από ποτέ. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει κατά πόσον η τουρκική ηγεσία είναι διατεθειμένη να μετατρέψει αυτά τα στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα σε πραγματική ευελιξία στο Κυπριακό ή αν θα συνεχίσει να επιδιώκει οφέλη από την Ευρώπη χωρίς ουσιαστικές πολιτικές παραχωρήσεις στο ζήτημα της επανένωσης της Κύπρου.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η μεγαλύτερη δυσκολία για επίτευξη άμεσης προόδου. Παρά τη νέα κινητικότητα, η τουρκική πλευρά δεν φαίνεται να έχει μετακινηθεί ουσιαστικά από τις αρνητικές και απαράδεκτες θέσεις της. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία συνεχίζει να ζητά νέα μεθοδολογία και να επιμένει στην πολιτική ισότητα ως προϋπόθεση κάθε εξέλιξης. Η Άγκυρα εξακολουθεί να διατηρεί ως στρατηγικό πλαίσιο την κυριαρχική ισότητα και τα «δύο κράτη», έστω κι αν σε διπλωματικό επίπεδο εμφανίζεται πιο ευέλικτη στη μορφή της διαδικασίας.
Είναι λοιπόν οι δηλώσεις για νέα πρωτοβουλία Γκουτέρες επικοινωνιακό πυροτέχνημα, όπως κάποιοι υποστηρίζουν; Η απάντηση δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη επικοινωνιακού στοιχείου στις δημόσιες αυτές τοποθετήσεις. Τούτο, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι καταγράφεται πραγματική κινητικότητα στο επίπεδο του ΟΗΕ και των διεθνών επαφών προετοιμάζοντας μια νέα πρωτοβουλία, περιλαμβανομένης και της επικείμενης επίσκεψης της Άνγκελα Ολγκίν. Η ύπαρξη παρασκηνιακών διαβουλεύσεων εν όψει νέας πρωτοβουλίας Γκουτέρες επιβεβαιώνεται πλέον από πολλές πλευρές.
Συμπερασματικά, ο Αντόνιο Γκουτέρες φαίνεται να επιδιώκει να αφήσει ουσιαστική πολιτική παρακαταθήκη στο Κυπριακό πριν από τη λήξη της θητείας του. Το ερώτημα είναι αν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για επιτυχή κατάληξη μιας νέας πρωτοβουλίας του. Το Κραν Μοντανά εξακολουθεί να λειτουργεί ως βαριά σκιά πάνω από κάθε νέα διαδικασία. Οι διεθνείς παίκτες γνωρίζουν ότι μια ακόμη αποτυχημένη πρωτοβουλία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανατροπές στο Κυπριακό. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο κρίσιμη διάσταση της σημερινής συγκυρίας. Ίσως, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το δίλημμα δεν είναι απλώς αν θα υπάρξει πρόοδος ή στασιμότητα. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν το Κυπριακό παραμένει ακόμη πρόβλημα προς λύση ή αν σταδιακά μετατρέπεται σε μια μόνιμη γεωπολιτική πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
*Καθηγητής-Aνθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips, πρώην Πρύτανης.




