Νομοσχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση στη Βουλή προνοεί την δημιουργία νέου “Τμήματος Φορολογίας” ώς αποτέλεσμα ενοποίησης του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων με την Υπηρεσία ΦΠΑ. Πράγματι το νομοσχέδιο, όπως αναφέρει και η εισηγητική έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών ημερομηνίας 28/4/2014, προβλέπεται στην παρ. 3.7(7)(i) του Μνημονίου Συναντίληψης Κυπριακής Δημοκρατίας - Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Με μεγάλη έκπληξη όμως διαπιστώνουμε οτι ανάμεσα στις πρόνοιες της επικείμενης νομοθεσίας καθορίζεται μια διαδικασία διορισμού της ηγεσίας του “Τμήματος Φορολογίας” η οποία κατά την ταπεινή μας άποψη ελλοχεύει τεράστιους κινδύνους εξουδετέρωσης της διάκρισης μεταξύ πολιτικής εξουσίας και διοίκησης. Συγκεκριμένα, ο “Έφορος Φορολογίας” θα διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο βάσει συμβολαίου διαρκείας 5 ετών. Αποκλείεται μάλιστα από διορισμό στο αξίωμα αυτό πρόσωπο το οποίο έχει υπηρετήσει στη θέση αυτή για περισσότερα από 5 έτη, πτυχή η οποία μόνο εύλογα ερωτήματα μπορεί να εγείρει σε ένα Κράτος όπου σπανίως συναντάται ο περιορισμός θητείας σε αξιωματούχους, πολιτικούς και διοικητικούς.

Με άλλα λόγια, δια μέσου του διορισμού του “Εφόρου Φορολογίας”, διορισμού με αμιγώς πολιτική χροιά και που πιθανόν να μην δύναται να ελεγχθεί υπό την αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ορατός ο κίνδυνος να ασκείται η διοικητική του λειτουργία ώς προέκταση της πολιτικής εξουσίας, εξέλιξη αδιανόητη για τη συνταγματική μας τάξη. Ενδέχεται να συνιστά εκτροχιασμό από τη κρυστάλλινη διάκριση μεταξύ πολιτικής εξουσίας και διοίκησης.

Η διάκριση μεταξύ πολιτικής εξουσίας και διοικητικής λειτουργίας, που πηγάζει από σειρά συνταγματικών διατάξεων που διαχωρίζουν το λειτουργικό πεδίο των φορέων της πολιτικής εξουσίας από εκείνο της διοικητικής λειτουργίας, αναγνωρίστηκε από τη νομολογία επανειλημμένα.  Στην Δημοκρατία ν. Δημήτρη Κωνσταντινίδη (Αρ. 1) (1996) 3 Α.Α.Δ. 206 γίνεται αναφορά τόσο στις διατάξεις των Άρθρων 179.2 και 146.1 του Συντάγματος που αντανακλούν τη διάκριση, όσο και στη φιλοσοφία και αναγκαιότητα της διάκρισης.  Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει προ πολλού αποφανθεί πως το Σύνταγμα απαγορεύει την ανάμειξη της πολιτικής εξουσίας στη διοικητική λειτουργία του κράτους (βλ. Charilaos Frangoulides (No. 2) v. Republic (1966) 3 CLR 676, και Ρ.Ι.Κ. και Άλλοι ν. Χρίστου Καραγιώργη και Άλλων (1991) 3 Α.Α.Δ. 159). 

Η “πολιτικοποίηση” της δημόσιας υπηρεσίας δεν είναι ένας αφηρημένος όρος διεθνώς. Χαρακτηρίζει την προσπάθεια μιας κυβέρνησης να εμβολιάσει με το πολιτικό της στίγμα την δημόσια υπηρεσία, επικαλούμενη την ανάγκη αύξησης της ανταπόκρισης της προς ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης. Δυστυχώς, στην Κύπρο γνωρίζουμε πολύ καλά οτι δεν υφίσταται ζήτημα υλοποίησης προγράμματος διακυβέρνησης. Η Κυβέρνηση Αναστασιάδη είναι εκτελεστής των μνημονιακών αναλήψεων της Κύπρου έναντι των δανειστών της. Ακόμη και να υφίστατο όμως τέτοια αιτιολόγηση, δεν θα ήταν ποτέ δυνατή στην δική μας συνταγματική τάξη η νομοθετική μετάλλαξη ενός αμιγώς διοικητικού οργάνου σε πολιτικά διοριζόμενο αξιωματούχο περιορισμένης διάρκειας.

Σε οτι αφορά τον γράφοντα, η υλοποίηση του Μνημονίου μόνο θετικό αντίκτυπο δύναται να επιφέρει σε μακροοικονομικό πλαίσιο αλλά και σε οτι αφορά την θεραπεία διαχρονικών στρεβλώσεων στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Εντούτοις, δεν μπορεί στο βωμό του μνημονιακού “εξορθολογισμού” να επιτραπεί η κομματικογενής “πολιτικοποίηση” ενός αξιώματος νευραλγικής σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία του Κράτους.

Καμία συνταγματική στρέβλωση δεν είναι ορφανή, αλλά είναι απότοκο άλλης προγενέστερης. Η επιχειρούμενη “πολιτικοποίηση” του επικεφαλής του “Τμήματος Φορολογίας” δεν είναι παρά φυσική συνέχεια της ατέρμονης και διαχρονικής προσπάθειας των πολιτικών κομμάτων να κάμψουν τις συνταγματικές πρόνοιες προς εξυπηρέτηση των σκοπιμοτήτων τους, με κύριο παράδειγμα την ανώμαλη λειτουργία του κατ’ εξοχήν οργάνου άσκησης εκτελεστικής εξουσίας, του Υπουργικού Συμβουλίου. Σήμερα ζούμε πραγματικά σε ένα παράλληλο συνταγματικό σύμπαν. Βρισκόμαστε ενώπιον του κινδύνου να εδραιωθεί τελεσίδικα μια εκδοχή του λειτουργήματος του ΠτΔ η οποία πόρρω απέχει από τη συνταγματική επιταγή και η οποία ουσιαστικά καθιστά το Υπουργικό Συμβούλιο έρμαιο του εκάστοτε ΠτΔ (το αποκορύφωμα αυτού του φαινομένου ήταν η ultra vires λειτουργία του τέως Πρόεδρου Χριστόφια που οδήγησε στο θάνατο 13 συμπατριώτες μας).

Ο διορισμός των ανεξαρτήτων αξιωματούχων που προνοούνται συνταγματικά είναι αποδεκτό όπως προέρχεται από την εκτελεστική εξουσία καθότι το Σύνταγμα ορίζει ρητά τις αρμοδιότητες και εξουσίες τους και διασφαλίζει την ανεξαρτησία τους κατά την άσκηση αυτών, κάτι που δεν δύναται να επηρεάσει ο διορισμός τους από την εκτελεστική εξουσία. Πώς ο “Έφορος Φορολογίας” θα ασκεί τα καθήκοντα του ανεξάρτητα, ανεπηρεάστα και αυστηρά στη σφαίρα της εκδήλωσης διοικητικής εξουσίας, όταν αυτός δεν είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος υπό το Σύνταγμα και ταυτόχρονα θα είναι διορισμός που απορρέει από την άσκηση πολιτικής εξουσίας; Ο νομοθέτης θα πρέπει να αναλογιστεί κατά πόσο επιθυμεί την υπαγωγή ενός τέτοιου αξιώματος σε συνθήκες όπου τίθεται εν αμφιβόλω η ικανότητα του να λειτουργήσει ανεξάρτητα και ανεπηρέαστα από την εκάστοτε κυβέρνηση που τον διορίζει, δηλαδή αν θα δύναται να ασκεί δημόσια εξουσία διακριτά από την πολιτική εξουσία.

O Αναστάσιος Α. Αντωνίου, είναι δικηγόρος. ([email protected])