Μετά το σοκ του «κουρέματος» τού περασμένου Μαρτίου πίστευα, πετώντας στα σύννεφα, ότι αυτός ο τόπος και αυτός ο λαός, δεχόμενος άλλον ένα μπάτσο θα αναδιπλωθεί και θα συσπειρωθεί για το κοινό καλό, όπως λέμε «το κοινόν Κυπρίων».
Οι πρώτοι μήνες υπήρξαν ιδιαίτερα καθοριστικοί, καθώς η Τρόικα επέβαλε στο νησί ένα Μνημόνιο, ραμμένο στα μέτρα των δικών της μοντέλων που χρησιμοποιούσε κάθε φορά που είχε να αντιμετωπίσει παρόμοιες κρίσεις.
Οι Τροϊκανοί μπήκαν στο στόχαστρο, αντιμετωπίστηκαν με μένος και «χτυπήθηκαν» αλύπητα, στην προσπάθειά τους να βάλουν σε τάξη όλα αυτά που για χρόνια η Κύπρος και η εκάστοτε κυβερνήσεις και το Κοινοβουλευτικό Σώμα, δεν κατάφεραν να διαχειριστούν.
Τα μέτρα που λήφθηκαν άρχισαν να αγγίζουν πρώτα τον ιδιωτικό τομέα και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που τα τελευταία χρόνια έχουν κυριολεκτικά κατασπαραχθεί, όπως τα πρόβατα επί σφαγής.
Μετά άρχισαν τα όργανα με τους δημόσιους υπάλληλους, που ευτυχώς κόπασαν νωρίς, συνεχίζοντας, ωστόσο, να παίζουν το γνωστό τραγούδι τους ότι «χωρίς τους δημόσιους υπαλλήλους δεν υπάρχει κατανάλωση και δεν μπορεί να λειτουργήσει η οικονομία».
Η Κύπρος άρχισε να εφαρμόζει τις μνημονιακές υποχρεώσεις της και τα πρώτα εύσημα έφθαναν με τα αποτελέσματα των επισκέψεων της Τρόικας στο νησί και των συμπερασμάτων που καταγράφονται στο επικαιροποιημένο Μνημόνιο.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι παρέμειναν ασφαλείς. Γενικότερα, ασφαλής παραμένει και η εργοδότηση και οι όροι απασχόλησης των τραπεζικών υπαλλήλων. Η ΕΤΥΚ παραμένει σε ετοιμότητα για να βγάλει τα μέλη της στους δρόμους, όταν και όποτε διακρίνει προσπάθειες που αγγίζουν τα δικαιώματά τους.
Μέχρι τώρα εκείνοι που δεν έβγαζαν ούτε λέξη, που έχασαν τη μιλιά τους και μπήκαν στο καβούκι τους ήταν οι υπάλληλοι των ημικρατικών οργανισμών. Εκ των πιο βολεμένων εργαζομένων του τόπου, με πληθώρα ωφελημάτων και κεκτημένων και με ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα, κάθονταν στην κλούβα παρακολουθώντας τις εξελίξεις. Ήξεραν πως το Μνημόνιο μια μέρα θα τους άγγιζε κι αυτούς. Ήξεραν, βέβαια, ότι ήταν οι καλύτεροι πελάτες των κομμάτων – και του χρόνου θα διεξαχθούν οι νέες βουλευτικές εκλογές – όπως και ότι οι εκάστοτε Διοικήσεις και οι πέριξ τους γλεντοκοπούσαν σε βάρος των φορολογουμένων πολιτών, που συνεχίζουν να πληρώνουν τα λάθη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τις ατασθαλίες των ημικρατικών οργανισμών και τη γάγγραινα του δημοσίου.
Προς θεού, επειδή προβάλλεται συνεχώς το ατεκμηρίωτο επιχείρημα ότι υπάρχει διαμάχη μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, κανένας δεν θα ήθελε να υπάρξει απώλεια θέσεων εργασίας και να βρεθούν στους δρόμους συνεπείς και εργατικοί ημικρατικοί, δημόσιοι και άλλοι υπάλληλοι. Έτερον εκάτερον.
Εκείνο που συμβαίνει τον τελευταίο μήνα άλλοτε παρασκηνιακά, άλλοτε μπροστά στις κάμερες των τηλεοπτικών καναλιών είναι η επικράτηση του όχλου και των δημαγωγών.
Όπως έλεγε και ο Ευριπίδης: «Δεινόν οι πολλοί, κακούργους όταν έχουσι προστάτας», δηλαδή είναι τρομερός ο όχλος όταν παρασύρεται από κακούς δημαγωγούς.
Μια χούφτα υπαλλήλων που κρατούν στα χέρια τους δυο ουσιώδεις υπηρεσίες του τόπου, τις τηλεπικοινωνίες και τον ηλεκτρισμό, με τη στήριξη του Κοινοβουλίου και των μεγάλων συνδικάτων, που εδώ και καιρό ξέχασαν ότι υπάρχουν και οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, αποφάσισαν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους και να μετατρέψουν τον Ναό της Δημοκρατίας σε καφενείο του χωριού.
Και μακάρι να ήταν μόνο αυτό, ένα ξέσπασμα μιας ομάδας εργαζομένων που φοβάται μη χάσει τη δουλειά της. Οι δυνάμεις τους μέσα στο Κοινοβούλιο που, όπως και σε άλλες περιπτώσεις (γνωστές οι καταστροφικές αποφάσεις τους όπως εκείνη της απόρριψης της πρότασης για «κούρεμα» στο πρώτο Eurogroup) άγονται και φέρονται από τα συμφέροντά τους, πείστηκαν ότι είναι άλλη μια καλή ευκαιρία για να λαϊκίζουν και να προβάλλονται ως οι σωτήρες των εργαζομένων και του τόπου από το δήθεν «ξεπούλημα» όσα – όσα των ημικρατικών. Πού ήταν τόσο καιρό όταν συζητούσαν για το Μνημόνιο;
Κι, όμως, αυτές τις δύσκολες ώρες - που κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα η επόμενη δόση του Μνημονίου – δεν είναι η ώρα του όχλου, των κομματοπατέρων και των συνδικαλοπατέρων που αφηνιάζουν και νομίζουν ότι κρατούν το κράτος και την οικονομία στα χέρια τους. Δυστυχώς με τη σιωπή τους, την ανέχειά τους και το βόλεμά τους βρεθήκαμε στις τραγικές μέρες του «κουρέματος» και του Μνημονίου.
Θεωρούσα ότι μετά τα γεγονότα του περασμένου Μαρτίου θα λειτουργούσε η αρχή της συνεργασίας και της αλληλεγγύης και θα στηρίζονταν με κάθε τρόπο οι προσπάθειες για να βγει η Κύπρος από τα αδιέξοδα. Είχα πλάνη οικτρά. Ο όχλος εξαντλεί δυνάμεις για να έχει τον πλήρη έλεγχο των αποφάσεων για τους υπό κρατικοποίηση οργανισμούς, συγχορδία με τα κόμματα που ήξεραν και δεν έκαμναν τίποτα και που ανέχονταν, επειδή έπαιζαν τα δικά τους, όλα όσα μας έφεραν το μεγάλο κακό.
Όλοι, όμως, λογαριάζουν χωρίς τον μεγάλο «παίχτη» της σημερινής πληγωμένης Κύπρου. Και ο αρχηγός της υπόθεσης δεν είναι οι συντεχνίες της ΣΕΚ και της ΠΕΟ, που δεν ενδιαφέρθηκαν ποσώς για τους άνεργους και για τους εργαζομένους των 500 ευρώ, ούτε οι συνδικαλιστές – τραμπούκοι των συντεχνιών της Cyta και της ΑΗΚ αλλά οι δανειστές μας. Και όπως έλεγε και ο Σωκράτης «Φοβού την οργήν των υπό σου ευεργετηθέντων». Και αυτή τη φορά τον λόγο τον έχει μόνο η Τρόικα και ουδείς άλλος.




