Νομικός δεν είμαι. Νομίζω όμως ότι ξέρω να διαβάζω ελληνικά και να καταλαβαίνω την έννοια των λέξεων και των κειμένων. Ξέρω επίσης να ψάχνω.
Μ’ αυτά ως «όπλα», και επειδή έχω ειδικό ενδιαφέρον ως υπάλληλος της Cyta, θα επιχειρήσω ένα σχολιασμό της πρόσφατης γνωμάτευσης της Γενικής Εισαγγελίας αναφορικά με τον προτεινόμενο «Περί Αποκρατικοποιήσεων Νόμο του 2014».
Το ουσιαστικότερο στοιχείο της γνωμάτευσης είναι η θέση πως οι υπάλληλοι των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ημικρατικοί Οργανισμοί - ΗΟ) δεν απολαμβάνουν μονιμότητας στο βαθμό που αυτό ισχύει και για τους υπόλοιπους υπάλληλους της Δημόσιας Υπηρεσίας.
Η θέση αυτή είναι αυθαίρετη και συγκρούεται έκδηλα με την νομολογία. Στην απόφαση της Πλήρους Ολομελείας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 3), (2011) 3 Α.Α.Δ. 777, η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της διάκρισης «μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και της διοικητικής λειτουργίας», καθορίζονται επακριβώς τόσο το εύρος όσο και τα χαρακτηριστικά της δημόσιας υπηρεσίας, δηλαδή του φορέα άσκησης της διοικητικής λειτουργίας.
Η συγκεκριμένη απόφαση, ως ληφθείσα από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου (στην οποία, παρεμπιπτόντως, συμμετείχε και ο νυν Γενικός Εισαγγελέας, ο οποίος μάλιστα τάχθηκε με την πλειοψηφία) και ως η πλέον πρόσφατη επί του θέματος, έχει και την ανάλογη ισχύ. Στην ουσία δεσμεύει και προδικάζει και την κρίση του δικαστηρίου σε τυχόν αναγωγή ενώπιον του των ιδίων θεμάτων (δηλαδή του εύρους και των χαρακτηριστικών της δημόσιας υπηρεσίας). Έχει δε σίγουρα υπέρτερη ισχύ από την απόφαση που επικαλέστηκε στη γνωμάτευσή της η Γενική Εισαγγελία (η οποία παρεμπιπτόντως λήφθηκε πολλές δεκαετίες πριν, προτού αποκρυσταλλωθεί το ισχύον νομικό πλαίσιο που διέπει τους ΗΟ).
Η θέση της Γενικής Εισαγγελίας ότι οι υπάλληλοι των ΗΟ δεν απολαμβάνουν μονιμότητας βασίστηκε στην –πεπλανημένη- αντίληψη ότι η μονιμότητα πηγάζει πρωτογενώς από τον νόμο 1/90 (και όχι από τα άρθρα του Συντάγματος 122-125) ο οποίος, σύμφωνα με την γνωμάτευση, δεν εφαρμόζεται για τους υπάλληλους των ΗΟ.
Εντελώς αντίθετη είναι η δεδηλωμένη θέση του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο οριοθετεί το εύρος της Δημόσιας Υπηρεσίας και τον ορισμό του Δημόσιου Υπάλληλου, περιλαμβάνοντας ρητά και τους ΗΟ και τους υπάλληλους τους :
«… Έχοντας κατά νουν τις προαναφερόμενες αυθεντίες, κρίνουμε πως το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας πράγματι κάνει διάκριση μεταξύ πολιτικής ή πολιτειακής εξουσίας και διοίκησης. Αυτή η διάκριση, κατά την εκτίμησή μας, θα πρέπει να θεωρηθεί ως βασισμένη σε κατοχυρωμένη αρχή (entrenched principle) του Συντάγματος μας, η οποία προσδιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένες και ρητές διατάξεις του Συντάγματος μας, και σε όσα αυτές οι διατάξεις συνεπάγονται. Αναφερόμαστε στα Άρθρα 122, 124 και 125 του Συντάγματος τα οποία αφορούν στη Δημόσια Υπηρεσία και στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. Στο Άρθρo 122 γίνεται αναφορά στους όρους «δημοσία θέσις ή αξίωμα», «δημόσιος υπάλληλος» και «δημοσία υπηρεσία». Συναφώς, παρατηρούμε ότι ο όρος δημόσια υπηρεσία περιλαμβάνει και υπηρεσία σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή οργανισμούς δημοσίου δικαίου, εφόσον η διοίκησή τους τελεί υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας. …»
Κάνει αναφορά στη συνεχεία σε «παραδεδεγμένες αρχές που αναγνωρίζονται στις ευρωπαϊκές και γενικά στις πολιτισμένες χώρες» που αναγνωρίζουν την μονιμότητα στη Δημοσιά Υπηρεσία :
«…Σύμφωνα με παραδεδεγμένες αρχές που αναγνωρίζονται στις ευρωπαϊκές και γενικά στις πολιτισμένες χώρες, η Δημόσια Υπηρεσία συνεισφέρει ουσιαστικά τρία πράγματα στην κυβερνητική μηχανή, την πραγματογνωμοσύνη της, τη μονιμότητα της και την εγγύηση αμερόληπτης συμβουλής και εκτέλεσης των αποφάσεων της (Δέστε: Garner, Administrative Law, Fifth Edition, p. 415). …»
Στη συνεχεία η απόφαση αναφέρεται και ειδικά στον Νόμο 1/90 (στον οποίο αναφέρεται και η γνωμάτευση), αλλά, σε αντίθεση με τη γνωμάτευση, το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρεί πως ο νόμος αυτός όπως και όλες οι προαναφερθείσες αρχές (διάκριση εξουσιών, μονιμότητα, υποχρέωση αμεροληψίας κ.α.) , ισχύουν κατ’ αναλόγια και για τους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ :
«… Τα πιο πάνω συνάδουν ουσιαστικά και με το Άρθρο 60 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου αρ. 1/90, στο οποίο εύστοχα παρέπεμψε ο Έντιμος Γενικός Εισαγγελέας, περί της πίστης και του σεβασμού που οφείλει έκαστος δημόσιος υπάλληλος στο Σύνταγμα και στο ανεξάρτητο της Δημόσιας Υπηρεσίας, η οποία ακομμάτιστα υπηρετεί το σύνολο του λαού εφόσον, ως προνοείται από το εδάφιο (1) (β) του άρθρου, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του κράτους. … Αυτά, κατ' αναλογία, ισχύουν και για τους εκπαιδευτικούς και για τους υπαλλήλους των οργανισμών δημοσίου δικαίου. Ως προς τους πρώτους, δυνάμει της κατοχύρωσης στο Σύνταγμα του ανεξάρτητου της Εκπαίδευσης δια των τότε προνοουμένων Κοινοτικών Συνελεύσεων, ως προς τους δεύτερους δυνάμει ρητής συμπερίληψης τους στο Άρθρο 122 του Συντάγματος. …»
Επιπρόσθετα, και μονό η αρχή της διάκρισης των εξουσιών την οποία επαναβεβαίωσε η εν λόγω απόφαση, χαρακτηρίζοντας την μάλιστα «συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή (entrenched principle)», δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ότι απαγορεύει τον τερματισμό απασχόλησης/απόλυση δημοσίων υπαλλήλων (στην προκειμένη περίπτωση των υπαλλήλων των ΗΟ) με αποφάσεις ή ως άμεση συνέπεια πράξεων της εκτελεστικής ή της νομοθετικής εξουσίας. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, η αρχή αυτή από τη μια να απαγορεύει την παράλληλη άσκηση πολιτειακής εξουσίας και διοικητικής και από την άλλη να θεωρείται ότι επιτρέπει την απόλυση υπαλλήλων της διοικητικής λειτουργίας από την εκτελεστική εξουσία.
Είναι λοιπόν προφανές ότι η γνωμάτευση της ΓΕ δεν έχει σοβαρό νομικό υπόβαθρο και πως οποιαδήποτε απόφαση ή πράξη στηριχθεί σ’ αυτή θα προσβληθεί δικαστικά με προδιαγεγραμμένο, εν πολλοίς, αποτέλεσμα.
Έχω την βεβαιότητα ότι στη ΓΕ δεν είναι καθόλου αμαθείς, και σίγουρα γνωρίζουν πολύ καλά όλα αυτά που εγώ μπόρεσα να εντοπίσω μέσα σε λίγη ώρα, ψάχνοντας τις δημοσιευμένες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ούτε και είναι η παρούσα αποκάλυψη των «αδυναμιών» της γνωμάτευσης της ΓΕ από ένα μη νομικό, μια νίκη του Δαυίδ επί του Γολιάθ. Απλά, ο συγκεκριμένος Γολιάθ, στην παρούσα περίπτωση στέκεται σε σαθρά πόδια, στα πόδια της πολιτικής σκοπιμότητας και της εξυπηρέτησης πρόσκαιρων επιδιώξεων.
Ως επίλογο να πω ότι εμείς, οι υπάλληλοι της cyta, με συνέπεια έχουμε δηλώσει την προθυμία μας να μοιραστούμε το όποιο βάρος αναλογεί στους εργαζόμενους για την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσκολιών του κράτους, έστω και αν εμείς ως ομάδα φταίμε το λιγότερο. Φαίνεται όμως ότι οι πολιτικοί και υπηρεσιακοί «μανδαρίνοι» συγγραφείς του υπό εξέταση νομοσχεδίου και οι νομικοί τους σύμβουλοι έχουν παρεξηγήσει την στάση μας αυτή και επιδιώκουν να φορτώσουν ολόκληρο το κόστος στους δικούς μας ώμους. Τα κίνητρα τους, κατ’ εμένα, είναι πρόδηλα. Να πληρώσουν άλλοι για να μην τεθεί θέμα να πληρώσει ο καθένας ανάλογα με τις ευθύνες του. Και οι δικές τους ευθύνες είναι τεράστιες, σίγουρα μεγαλύτερες από τις δικές μας.
Στους άνεργους και άλλως-πως δυσπραγούντες συμπατριώτες μας, να πω πως συμφωνώ μαζί τους. Εμείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπήρξαμε ευνοούμενοι όλα αυτά τα χρόνια, άλλοι προσφέροντας και άλλοι … «προσφέροντας λιγότερο». Εμείς στη cyta, αν και νοιώθουμε πως, δεδομένης της προσφοράς μας, υπήρξαμε οι λιγότερο ευνοούμενοι από όλους στην ευρύτερη δημόσια υπηρεσία, δηλώνουμε ξανά την προθυμία μας να αναλάβουμε, μαζί και με τους άλλους συναδέλφους δημόσιους υπαλλήλους, περισσότερο βάρος. Αυτό που δεν δεχόμαστε είναι να αναλάβουμε μόνο εμείς αυτό το βάρος για να «γλυτώσουν» οι διάφοροι πολιτικοί και «μανδαρίνοι».
*Γιώργος Καντούνας, υπάλληλος Cyta




