Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) φαίνεται ότι προκρίνει το σενάριο της συγχώνευσης του Συνεργατισμού με άλλο εγχώριο τραπεζικό ίδρυμα, σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη.
Ενημερώνοντας τα μέλη των Επιτροπών Ελέγχου και Οικονομικών σε κοινή συνεδρίαση στην Βουλή, ο κος Γεωργιάδης ανέφερε ότι η ΕΚΤ ασκεί εποπτεία σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε να θεωρείται ότι η τελική απόφαση θα είναι δική της.
Όπως είπε, η διαδικασία εξεύρεσης επενδυτή ήταν απαίτηση των ιδίων, να διερευνηθούν όλες οι επιλογές, αλλά πιθανώς πράγματι να έχουν προτίμηση, αλλά αυτό θα εκδηλωθεί με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, διότι θα εγκρίνουν, να μην σας πω ότι σε μεγάλο βαθμό θα αποφασίσουν ποιος θα είναι ο προτιμητέος προσφοροδότης, και μέσω της επιλογής τους πιθανότατα να προκύψει και η προτίμηση», ανάφερε ο κ. Γεωργιάδης.
Εξάλλου, ο κ. Γεωργιάδης είπε πως σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί το σενάριο της συγχώνευσης της καλής ΣΚΤ και της δημιουργία φορέα διαχείρισης δανείων, το κράτος θα προχωρήσει σε κατάθεση σχετικού νομοσχεδίου.
Πρόσθεσε δε ότι αναμένεται οι αλλαγές που ετοιμάζονται στη νομοθεσία, είτε με την μορφή τροποποιήσεων είτε με τη μορφή νέων νόμων ανέρχονται σε πέντε, περιλαμβανομένου του ανωτέρω: περί εκποιήσεων, περί αφερεγγυότητας, περί τιτλοποιήσεων αλλά και αλλαγές για την διακυβέρνηση της Κεντρικής Τράπεζας.
«Έχουμε κενά, πρέπει να τις βελτιώσουμε επειγόντως, αυτά τα κενά πρέπει να τα συμπληρώσουμε, αλλά αυτές τις αδυναμίες τις πληρώνουμε πολύ ακριβά», πρόσθεσε.
Επιπλέον, εξέφρασε επιφύλαξη κατά πόσο θα ήταν εφικτό ο Συνεργατισμός να ιδιωτικοποιηθεί αμέσως μετά το 2013, καθώς η διαδικασίες μέχρι να στηθούν δομές τράπεζας με προβλέψεις έναντι ενός τόσο μεγάλου όγκου ΜΕΔ ήταν χρονοβόρες και πόσο μεγαλύτερο θα ήταν το κόστος για εμάς αν επιχειρούσαμε τότε τον διαχωρισμό.
«Ακόμα κι αν τα εποπτικά δεδομένα έμεναν σταθερά, θα εξακολουθούσε να υπάρχει ανάγκη για νέα κεφάλαια ως προτιμητέος τρόπος ιδιωτικοποίησης. Αλλά τα δεδομένα άλλαξαν, η πίεση συνεχώς ανεβαίνει και αυτό δεν αφορά μόνο την Κύπρο και τον Συνεργατισμό», είπε.
Ερωτηθείς σχετικά με τις εκροές καταθέσεων, ο Υπουργός Οικονομικών ανέφερε ότι η μαζική απόσυρση έγινε από αρχές Ιανουαρίου μέχρι τα μέσα Μαρτίου, διευκρινίζοντας ότι είναι πιθανό τα χρήματα αυτά να έμειναν ακόμα και εκτός τραπεζικού συστήματος γενικότερα, κάτι που καταμαρτυρά τον φόβο των καταθετών γενικώς και όχι μόνο απέναντι στον Συνεργατισμό, λόγω της φημολογίας που μεταδόθηκε. Αυτό οδήγησε και το κράτος να προχωρήσει στην κατάθεση των 2,5 δισ. ευρώ.
Όσον αφορά τις πιέσεις για έλεγχο που ασκούνται για έλεγχο στα δάνεια του Συνεργατισμού, ο κος Γεωργιάδης εμφανίστηκε θετικός, αρκεί αυτός να ασκηθεί σε όλα τα δάνεια «ένα προς ένα», ώστε να διαφανεί ποια δόθηκαν χωρίς εξασφαλίσεις και ποια δεν εξυπηρετούνταν διαχρονικά.
Επίσης, εξήρε εμμέσως την αποτελεσματικότητα της παρούσας διοίκησης, λέγοντας ότι η καταλληλότητα των μελών της διοίκησης και της διεύθυνσης της ΣΚΤ κρίνεται πλέον από την ΕΚΤ, καθώς χωρίς αξιολόγηση και χωρίς αξιολόγηση και έγκριση κανείς δεν μπορεί να αναλάβει και να διατηρήσει τα καθήκοντά του.
«Μέχρι το 2013 η κατάσταση ήταν πολύ προβληματική, μετά βελτιώθηκε αλλά οι εποπτικές Αρχές ανεβάζουν τον πήχη καθιστώντας την πρόοδο μη ικανοποιητική και δημιουργώντας τετελεσμένα. Σημειώνω ότι για μια τράπεζα που περιορίζεται σε πολύ παραδοσιακή τραπεζική όπως ήταν και παραμένει ο Συνεργατισμός που δεν ασκεί εξεζητημένες τραπεζική εργασίες και δεν προωθεί σύνθετα προϊόντα, η αξιολόγηση της επίδοσης είναι πολύ άδικη. Δίνεις δάνεια ώστε να εισπραχθούν χωρίς κέρδος, ώστε να μην κινδυνεύσουν ούτε οι πελάτες ούτε οι καταθέτες. Τα δάνεια που είχαν δοθεί με το παλιό καθεστώς με΄χρι το 2014, ανέρχονταν στα 14 δισ. Από αυτά τα 7,6 δισ. ήταν μη εξυπηρετούμενα. Η κατάσταση σε κάποια συνεργατικά ιδρύματα ήταν καταθλιπτική, όπως στην Πάφο, με τα ΜΕΔ να φτάνουν μέχρι το 80%», είπε.
Πρόσθεσε δε ότι τα δάνεια που δόθηκαν από τη νέα διοίκηση ανέρχονται σχεδόν στο 1 δισ. ευρώ, με το ποσοστό αθέτησης να περιορίζεται στο 1,5%.
«Η εικόνα μιλάει από μόνη της. Ο Συνεργατισμός δεν είχε ούτε έκθεση σε κρατικά ομόλογα, ούτε ανοίγματα στην Ρωσία, αλλά βρέθηκε να έχει, όχι απλώς έλλειμμα κεφαλαίων, αλλά αρνητική θέση κεφαλαίων, λόγω της κακής ποιότητας των δανείων που έδινε», τόνισε.




