Την άποψη ότι ο φορολογούμενος πολίτης δεν πρέπει ούτε μπορεί να αναπληρώσει τη ζημιά για ξένα funds, ταμεία και επενδυτικές και πολυεθνικές εταιρίες που έπαθαν ζημιά από το κούρεμα, εξέφρασε ο Υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης.
Μιλώντας στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο» του ΣΙΓΜΑ, ο κ. Γεωργιάδης, με αφορμή τη δημιουργία του Ταμείου Αλληλεγγύης για την ανακούφιση των κουρεμένων της κρίσης, ανέφερε ότι στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής θα καθιστούν οικονομικά, κοινωνικά και νομικά κριτήρια, θα γίνει η άμβλυνση του κόστους για κάποιες μερίδες πολιτών που υπέστησαν δυσανάλογα μεγάλο κόστος, ασχέτως αν τα πάντα έγιναν με νόμο του κράτους και δεν τίθεται ζήτημα παρανομίας ή αυθαιρεσίας.
Όπως είπε, το σχέδιο είναι το κράτος να βάζει κάθε χρόνο ένα ποσό από τον κρατικό προϋπολογισμό, με διαφάνεια και προγραμματισμό, ξεκινώντας από τα 25 εκ. του φετινού συμπληρωματικού προϋπολογισμού.
«Για να αποκτήσει ένα ικανοποιητικό οικονομικό υπόβαθρο, προτείνουμε και θα εξετάσουμε τη μεταβίβαση και ακινήτων του κράτους από αυτά που δεν αξιοποιούνται και ήταν σε αδράνεια, παρά τη σημαντική τους αξία και την αναπτυξιακή τους προοπτική. Έχουμε συγκεκριμένες σκέψεις και καταλόγους ακινήτων, αμέσως δημιουργείται μια βάση», ανέφερε.
Ερωτηθείς περί στοιχείων που δείχνουν το 1/3 του πληθυσμού να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ο κ. Γεωργιάδης απάντησε πως το συγκεκριμένο ποσοστό στην Ευρώπη ανέρχεται στο 24% κι αυτό αποτελεί έναν δείκτη «σχετικό και όχι πραγματικό», λέγοντας ότι και στην Κύπρο το ποσοστό είναι στο 27%, αποτελώντας έναν συγκριτικό δείκτη που δείχνει τη μερίδα του πληθυσμού που έχει εισόδημα κάτω από το 50% του μέσου όρου.
Σχετικά με παλαιότερη αναφορά του ότι η Κύπρος έχει έναν από τους υψηλότερους κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι πρόκειται για τον 7ο υψηλότερο ανάμεσα στα άλλα κράτη μέλη και αυτό δεν είναι άποψη, αλλά στοιχείο, διευκρινίζοντας ότι δεν υπάρχει μεθόδευση για μείωσή του.
«Σε πολλά συνέδρια τονίζω ότι έχουμε χαμηλούς φόρους. Αυτό είναι υπονοούμενο ότι θα τους ανεβάσουμε;», είπε, συμπληρώνοντας ότι ο κατώτατος μισθός δεν έπεσε ούτε στην κορύφωση της κρίσης.
Όσον αφορά τις βολές που δέχεται για τις παροχές που δίνει η Κυβέρνηση αυτή την περίοδο, ο Υπουργός Οικονομικών ανέφερε ότι υπάρχει μια κατηγορία κριτικής η οποία είναι «ευπρόσδεκτη», σημειώνοντας ότι η κοινωνία θα πρέπει να αντικρίζει με κριτικό τρόπο την πολιτική διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, ειδικά από θεσμούς όπως το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, το οποίο εξάλλου συστάθηκε από την παρούσα Κυβέρνηση.
«Ο ρόλος του Δημοσιονομικού συμβουλίου είναι να ανησυχεί, να προβληματίζεται και να εκφράζει τους προβληματισμούς του και μάλιστα με ρόλο προκλητικό», είπε, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει καμία ένσταση με τις συγκεκριμένες απόψεις.
«Τώρα, όχι μόνο δεν έχουμε έλλειμμα, αλλά πλεόνασμα και ας είμαστε μόλις δυο μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές. Όχι μόνο δεν έχει υπάρξει χαλάρωση, αλλά καταγράφεται και επιβεβαιώνεται μια ακόμα μεγαλύτερη βελτίωση σε σχέση με τις ήδη πολύ καλές περσινές επιδόσεις και τους στόχους που είχαμε θέσει», είπε.
Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, ακόμα και σε αυτό τον αυστηρό και συνετό προϋπολογισμό, όπως υπάρχουν περιθώρια και για νέες πολιτικές και νέα έργα τα οποία έχουν ξεκινήσει.
«Αυτή είναι και μια άλλη απάντηση στην άλλη κριτική, ότι δηλαδή έχουμε ξεμείνει σε πολιτικές λιτότητας. Απαντώ ότι μέσα από αυτή τη συνετή διαχείριση και νέες πολιτικές μπορούμε να υλοποιήσουμε και νέα έργα να σχεδιάσουμε, ακόμα και έργα που για χρόνια έμεναν εκεί και δεν υπήρχε η δυνατότητα υλοποίησής τους», τόνισε.
Αναφορικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια νοικοκυριών κι επιχειρήσεων, ο κ. Γεωργιάδης επισήμανε ότι το πρόβλημα δημιουργήθηκε λόγω του αλόγιστου ιδιωτικού δανεισμού, σημειώνοντας ότι τα πράγματα έχουν αρχίσει να βελτιώνονται, προσθέτοντας ότι η ευθύνη βαραίνει τόσο τον δανειολήπτη όσο και τις τράπεζες.
«Ας μην ξεχνάμε ότι τα δάνεια είναι οι καταθέσεις άλλων συμπολιτών μας», λέγοντας ότι σήμερα το ύψος του ιδιωτικού δανεισμού είναι στα 54 δισ., από 72 δισ. που ήταν στο παρελθόν.
«Δεν θα πρέπει η απομόχλευση να γίνει με ταχύτερο ρυθμό. Θα ήταν επικίνδυνο, θα διασάλευε τη σταθερότητα της οικονομίας και την αναπτυξιακή προοπτική. Μέρος αυτών των δανείων είναι και τα ΜΕΔ», σημείωσε.




