Τα κυπριακά νοικοκυριά είναι δέσμια των χρεών τους! Ακόμη κι αν η χρηματοοικονομική κρίση αρχίζει να μειώνει το «αποτύπωμά» της στην κυπριακή οικονομία, το ιδιωτικό χρέος παραμένει μια εν δυνάμει βόμβα για τους προϋπολογισμούς του κάθε νοικοκυριού και ένα μεγάλο βαρίδι για τους ισολογισμούς των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.
Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Αρχαίος Έλληνας ποιητής Μένανδρος, «τα δάνεια δούλους τους ελευθέρους ποιεί» και πράγματι τα κυπριακά νοικοκυριά λειτουργούν με έναν μεγάλο κόμπο στον λαιμό τους.
Εκτός από τα δάνεια που παραχωρήθηκαν για στεγαστικούς σκοπούς, και είναι η κύρια δανειοδότηση των Κυπρίων, τα δάνεια για κατανάλωση είτε μέσω πλαστικών καρτών ή άλλων δανείων εξακολουθούν να στραγγίζουν το μισθολόγιο και τα άλλα έσοδα ενός νοικοκυριού. Πόσω μάλλον σε περιόδους κατά τις οποίες οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι και, στις πλείστες περιπτώσεις, δεν φαίνεται να επανακάμπτουν.
Βέβαια, η Κύπρος δεν είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που παρουσιάζει αυξημένο ιδιωτικό χρέος. Στη ζώνη του ευρώ το χρέος των νοικοκυριών είναι κατά μέσο όρο γύρω στο 95% του εισοδήματος, ενώ εξίσου ανησυχητική είναι και η εικόνα που παρουσιάζει στο σύνολό της η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόβλημα και για τις ευημερούσες χώρες
Ακόμη και στην ευημερούσα Δανία, το χρέος των νοικοκυριών φθάνει στο 292% του διαθέσιμου εισοδήματος, με την Κεντρική Τράπεζα της χώρας να διαβεβαιώνει ότι, προς το παρόν, δεν συνιστά απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι πρέπει να αποφευχθεί η περαιτέρω αύξησή του, καθώς σε μία τέτοια περίπτωση θα είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή του.
Επίσης υπερχρεωμένοι είναι οι Ολλανδοί που το χρέος του οικογενειακού προϋπολογισμού τους φθάνει το 277% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, ενώ παρόμοιοι αριθμοί καταγράφονται και στη Νορβηγία, με τους Νορβηγούς να χρεώνονται δάνεια στο 222% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Ωστόσο, η αναφορά αυτή δεν μπορεί να κατευνάσει τις ανησυχίες που διατυπώνονται συνεχώς για την Κύπρο, καθώς οι χώρες αυτές εκτός από άλλα κοινωνικά ωφελήματα που προσφέρουν στους πολίτες τους, δεν μπορούν να συγκριθούν με τα οικονομικά και άλλα μεγέθη της Κύπρου. Στην Κύπρο το χρέος των νοικοκυριών φθάνει πέραν του 200% του διαθέσιμου εισοδήματος και το ανησυχητικό της υπόθεσης είναι πως το μεγαλύτερο μέρος αυτού του χρέους δεν εξυπηρετείται. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το 2016, το ύψος του ιδιωτικού χρέους της Κύπρου ανέρχεται στο 243% του ΑΕΠ της χώρας έναντι 93% που είναι στο σύνολο της Ευρωζώνης.
Μ. Φλωρεντιάδης: Oι ενδείξεις δεν είναι θετικές
Ο εγνωσμένου κύρους οικονομολόγος και οικονομικός αναλυτής Μιχάλης Φλωρεντιάδης επισημαίνει πως «οι ενδείξεις στο θέμα του χρέους των νοικοκυριών δεν είναι ιδιαίτερα θετικές, αφού φαίνεται οι καταναλωτές δεν κατόρθωσαν να μειώσουν σε ουσιαστικό βαθμό τον δανεισμό τους. Αντίθετα, την τελευταία πενταετία οι καταναλωτές φαίνεται ότι στήριξαν την κατανάλωσή τους εν μέρει χρησιμοποιώντας τις αποταμιεύσεις τους, ενώ θα έπρεπε να εξοικονομούν λεφτά για να μειώσουν τον δανεισμό τους.
Το συγκεκριμένο πρόβλημα ίσως δεν προκαλέσει βραχυπρόθεσμους τριγμούς αλλά σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα και σε περίπτωση που υπάρξει κάποιο αρνητικό «σοκ» στην οικονομία, τα νοικοκυριά (ή οι τράπεζες που τα έχουν δανείσει) μάλλον πάλι θα βρεθούν σε δυσμενή θέση. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Κύπρο, το τέλος του 2016 το χρέος των νοικοκυριών ήταν στο 123% του ΑΕΠ και ήταν το πιο ψηλό στην Ευρωζώνη.
Ποσοστό 225% του ΑΕΠ ήταν το χρέος των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών, εκ του οποίου το 1/3 αφορούσε εταιρείες που είχαν ως έδρα την Κύπρο αλλά χωρίς ιδιαίτερη φυσική παρουσία στο νησί».
Τα επιτόκια βοηθούν
Ένας παράγοντας που επενεργεί θετικά στην αποπληρωμή του ιδιωτικού χρέους είναι η επιτοκιακή πολιτική. Όπως και σε πολλές άλλες χώρες, όσο πιο χαμηλά είναι τα επιτόκια, τόσο πιο εύκολη είναι και η εξυπηρέτηση του χρέους. Το υφιστάμενο επίπεδο επιτοκίων παγκοσμίως μπορεί να χαρακτηρισθεί πολύ χαμηλό από ιστορικής άποψης και άρα ευνοϊκό για τους χρεώστες. Θα παραμείνουν, όμως, τα επιτόκια στο χαμηλό αυτό επίπεδο; Αυτή είναι μια κρίσιμη ερώτηση για υπερχρεωμένες κυβερνήσεις και νοικοκυριά σε διάφορες χώρες.
Ήδη, μέχρι στιγμής καταβάλλονται συνεχείς δράσεις από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για την αποπληρωμή των χρεών των νοικοκυριών. Ωστόσο, οι ενέργειες αυτές κρίνονται ανεπαρκείς και μη υποβοηθητικές για να προχωρήσει η απομόχλευση των νοικοκυριών, καθώς δεν απέδωσαν τα ανάλογα θετικά αποτελέσματα.
Ενδεικτικά αναφέρεται πως σήμερα σχεδόν το 50% του ιδιωτικού χρέους δεν εξυπηρετείται, και ο μεγάλος αριθμός που καταγράφεται θέτει σε συνεχή επιφυλακή τα επιτελεία των τραπεζών, παρόλο που μέρος του χρέους συμψηφίστηκε με καταθέσεις, όταν έγινε το bail-in το 2013.
Κίνδυνοι και ανησυχίες
Το θέμα απασχολεί και τις αρμόδιες εποπτικές Αρχές, που σε εκθέσεις τους καταγράφουν τους κινδύνους και τις ανησυχίες τους από τη μη διευθέτηση των χρεών αυτών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που παρακολουθεί την κατάσταση της κυπριακής οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στην τελευταία έκθεσή της του Φεβρουαρίου 2017, αναφέρεται στα ζητήματα που σχετίζονται με την πρόληψη και διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών και σημειώνει πως «η δανειακή επιβάρυνση του ιδιωτικού τομέα παραμένει μία από τις υψηλότερες στην Ε.Ε, πάνω από το 350% του ΑΕΠ το 2015».
Στην έκθεσή της η Ε.Ε. δεν παραλείπει να επισημάνει πως «η δανειακή επιβάρυνση του ιδιωτικού τομέα μόλις πρόσφατα άρχισε να μειώνεται και παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Το χρέος των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών και των νοικοκυριών εξακολουθεί να είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ε.Ε., ανερχόμενο σε περίπου 280% του ΑΕΠ (εξαιρουμένων των οντοτήτων ειδικού σκοπού). Η προσαρμογή των ισολογισμών των νοικοκυριών και των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών επιταχύνθηκε το 2016, κυρίως ως αποτέλεσμα των διαγραφών χρεών και των ανταλλαγών χρέους με περιουσιακά στοιχεία. Η αποπληρωμή χρεών ήταν περιορισμένη, κυρίως λόγω της ελλιπούς εκτέλεσης των συμβάσεων και της περιορισμένης χρήσης των πλαισίων αφερεγγυότητας και εκποιήσεων».
Οι τιμές των ακινήτων
Ένας παράγοντας-κλειδί θεωρείται και η αγορά κατοικίας -που δείχνει σημεία σταθεροποίησης- και εκτιμάται πως πολύ πιθανόν να επενεργήσει θετικά στην απομόχλευση. Παρόλο που μετριάζεται η πτώση των τιμών, η ανάκαμψη της στεγαστικής αγοράς θεωρείται ακόμη μικρή.
Επίσης καταγράφεται ως σημαντικό γεγονός ότι «η ζήτηση είναι συγκρατημένη λόγω των υποτονικών εισοδηματικών προοπτικών, της πιστωτικής στενότητας και της έλλειψης αποτελεσματικού συστήματος για την έκδοση και μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας». Ακόμη, σύμφωνα με τις επισημάνσεις της Ε.Ε., «η αύξηση της προσφοράς των προς πώληση ακίνητων περιουσιών μπορεί επίσης να επιβραδύνει την ανάκαμψη της αγοράς κατοικιών, εφόσον οι οφειλέτες προσπαθούν να ρευστοποιήσουν εμπράγματες εξασφαλίσεις προκειμένου να αποπληρώσουν τα δάνειά τους και οι τράπεζες προσπαθούν να πουλήσουν τα ακίνητα που έχουν αποκτήσει μέσω συμφωνιών ανταλλαγής χρέους με περιουσιακά στοιχεία».
Ενδιατρίβοντας σε παράπλευρες πτυχές του θέματος, διαπιστώνεται μια μεγάλη ανησυχία σε σχέση με τον υψηλό δείκτη χρέους προς εισόδημα των νοικοκυριών και των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών με άμεσες επιπτώσεις στην ικανότητα αποπληρωμής του χρέους. Επίσης ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι πως χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις για τα νοικοκυριά αντιπροσώπευαν το 56% των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού το δεύτερο τρίμηνο του 2016.
Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σε έκθεσή της για το χρέος των κυπριακών νοικοκυριών, του Μαΐου 2017, καταγράφει πως τα εγχώρια νοικοκυριά και οι μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι υπερχρεωμένες, με το συνολικό χρέος να φτάνει το 358,1%1 του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) στο τέλος Σεπτεμβρίου 2015.
Ωστόσο, όπως αναφέρει, οι δείκτες χρέους των νοικοκυριών και των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων παρέμειναν σε σχετικά σταθερά επίπεδα με ελάχιστη πτώση στο 127,7% και 230,4%2 του ΑΕΠ αντίστοιχα στο τέλος Σεπτεμβρίου 2015 σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Τα ποικίλα αριθμητικά στοιχεία, άλλοτε προς τα πάνω και άλλοτε ελαφρά προς τα κάτω, που καταγράφονται σε σχέση με το ιδιωτικό χρέος, αλλά όλα με αυστηρή επισήμανση για υψηλά ποσοστά, αποδίδονται στις διαφορετικές μεθοδολογίες που χρησιμοποιούν οι φορείς που έχουν αποκλειστικό δικαίωμα να επιμετρούν διάφορα οικονομικά στοιχεία. Π.χ. ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΚΤΚ κ.ά. Επίσης σημαντική είναι και η περίοδος καταγραφής των στοιχείων.
Κεντρική Τράπεζα: Ακόμη υπερχρεωμένα
Τα τελευταία στοιχεία που δημοσιοποίησε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στο Οικονομικό Δελτίο της για τον Ιούνιο 2017, καταδεικνύουν ότι «τα κυπριακά νοικοκυριά παραμένουν υπερχρεωμένα παρόλο που το ιδιωτικό χρέος κατέγραψε πτώση στο τέλος Σεπτεμβρίου πέρσι σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο».
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η ΚΤΚ, το χρέος του μη χρηματοοικονομικού ιδιωτικού τομέα έφθασε στο 272,6% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2016, έχοντας σημειώσει πτώση από 275,4% του ΑΕΠ το προηγούμενο τρίμηνο.
Σύμφωνα με το δελτίο, οι δείκτες χρέους των νοικοκυριών και των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων παρουσιάζουν σταδιακή μείωση στο 124,4% και 148,2% του ΑΕΠ αντίστοιχα στο τέλος Σεπτεμβρίου 2016, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους (130,3% και 151,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα κατά το τέλος Σεπτεμβρίου 2015).
Στη σύνοψη της έκθεσης της Κεντρικής Τράπεζας γίνεται αναφορά και στα περιουσιακά στοιχεία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, και όπως αναφέρεται τα καθαρά χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού (καθαρή αξία) των νοικοκυριών αυξήθηκαν στο 114,5% του ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο του 2016. Τα καθαρά χρηματοοικονομικά στοιχεία παθητικού των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων παρέμειναν υψηλά στο 203,2% του ΑΕΠ στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2016, παρουσιάζοντας μικρή μείωση από το προηγούμενο τρίμηνο.




