Δύο φιλοσοφίες για την οικονομική πολιτική - η δημοσιονομική εξυγίανση σε συνδυασμό με τους αυστηρούς δημοσιονομικούς στόχους και η προώθηση μιας αναπτυξιακής πολιτικής - παρουσιάστηκαν στη σημερινή ημερίδα που διοργάνωσε το ΑΚΕΛ με τίτλο «Κύπρος – Ελλάδα: Ο δρόμος προς την ανάπτυξη». Η εκδήλωση έγινε στην παρουσία του ΓΓ του κόμματος Άντρου Κυπριανού και του Υπουργού Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη.

Στο χαιρετισμό του στην εκδήλωση, ο κ. Κυπριανού αναγνώρισε μεν ότι «έχουν γίνει βήματα στην κυπριακή οικονομία», προσθέτοντας ότι «το ζητούμενο όμως είναι η εξέλιξη της οικονομίας να είναι προς όφελος της κοινωνίας».

Α.Κυπριανού: H πολιτική λιτότητας δεν έχει μέλλον

Λέγοντας πως «οι μέχρι τώρα ενέργειες έγιναν με γνώμονα το συμφέρον των λίγων. Των εκλεκτών και προνομιούχων και συνέβαλαν να ανοίξει η ψαλίδα μεταξύ πλούσιων και φτωχών, αλλά και στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και στη συμπίεση των δικαιωμάτων των εργαζομένων”, ο κ.  Κυπριανού πρόσθεσε πως «όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να μας προβληματίσουν και να μας οδηγήσουν σε αλλαγή της μέχρι σήμερα ακολουθούμενης φιλοσοφίας».

«Να αντιληφθούμε ότι μια οικονομία που ακολουθεί πιστά την πολιτική της λιτότητας και των περικοπών δεν έχει μέλλον. Να προστατεύσουμε το δημόσιο πλούτο και να σχεδιάσουμε νέα αναπτυξιακή στρατηγική για τη χώρα. Στρατηγική που στόχο θα έχει τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας και την προστασία των πιο ευάλωτων», κατέληξε.

ΥΠΟΙΚ: Η συζήτηση για τη λιτότητα έναντι ανάπτυξης να βασίζεται στα δεδομένα και όχι στις αοριστολογίες

Μιλώντας στην ημερίδα, ο κ. Γεωργιάδης αναγνώρισε ότι υπάρχει διαφορά προσεγγίσεων, αλλά παρά τις διαφορές υπάρχει ο κοινός στόχος της ανάπτυξης, της δημιουργίας θέσεων εργασίας και της ευημερίας των πολιτών.

Σύμφωνα με τον ΥΠΟΙΚ, η συζήτηση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο για τη λιτότητα έναντι ανάπτυξης, «πρέπει να βασίζεται στα δεδομένα και όχι στις αοριστολογίες».

Ο κ. Γεωργιάδης απέρριψε την άποψη πως επίτευξη αυστηρών δημοσιονομικών στόχων, δηλαδή της λιτότητας όπως κάποιοι την αντιλαμβάνονται, είναι ακατόρθωτη και λανθασμένη γιατί υπονομεύει την ανάπτυξη, εξηγώντας πως οι κοινοί ευρωπαϊκοί κανόνες της δημοσιονομικής πειθαρχίας έχουν ακριβώς τον αντίθετο στόχο.

«Δηλαδή στους καλούς καιρούς, όταν υπάρχει ανάπτυξη, πρέπει να περιορίζονται τα ελλείμματα, να μειώνεται το χρέος για να υπάρχει μεταξύ άλλων το δημοσιονομικό περιθώριο που θα επέτρεπε στοχευμένη αύξηση των δημοσίων δαπανών σε περίπτωση επιβράδυνσης», είπε και πρόσθεσε: «Στην Κύπρο κάναμε ακριβώς το αντίθετο. Στους καλούς καιρούς διευρύναμε αλόγιστα και αστόχευτα τις δαπάνες με διαρθρωτικό μάλιστα τρόπο, κυρίως με τη διόγκωση δημοσίου μισθολογίου με αποτέλεσμα, σήμερα, πολύ απλά να μην υπάρχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια που όλοι επιθυμούσαμε».

Επεσήμανε όμως ότι «η χειρότερη όμως μορφή λιτότητας είναι αυτή που το κράτος φορτώνει στα νοικοκυριά, στους συμπολίτες μας και στις επιχειρήσεις μέσω συνεχώς αυξανόμενων φορολογιών, για να διατηρηθούν ανέπαφες οι δικές του δαπάνες ή καλύτερα σε αρκετές περιπτώσεις οι δικές του σπατάλες». Όπως ανέφερε, τα τελευταία δύο και πλέον χρόνια από την έναρξη της προσπάθειας μεταρρύθμισης και εξυγίανσης της οικονομίας δεν έχει επιβληθεί κανένας νέος φόρος «και αυτό το καταφέραμε όχι με τα λόγια και τα συνθήματα αλλά με τη λήψη δύσκολων αλλά αναγκαίων αποφάσεων».

«Με ασφάλεια και χωρίς να επιβαρύνουμε τους συμπολίτες μας με νέους φόρους, είμαστε πλέον σε θέση να δώσουμε μια ώθηση στον κρατικό αναπτυξιακό προϋπολογισμό με ένταξη νέων έργων και αυτή δεν είναι πολιτική της λιτότητας, είναι πολιτική της κοινής λογικής» είπε, για να σημειώσει πως «κανένα κράτος δεν μπορεί συστηματικά να δαπανά πέραν των δυνατοτήτων του, φορτώνοντας εσαεί το λογαριασμό στον ιδιωτικό τομέα με φόρους και στις επόμενες γενιές με χρέος».

Ο κ. Γεωργιάδης είπε πως «η πολιτική της Κυβέρνησης δεν έχει βυθίσει την οικονομία σε βαθύτερη ύφεση, αλλά το αντίθετο εξερχόμαστε από την ύφεση, και επειδή αποκαθίσταται σταδιακά η εμπιστοσύνη που είναι το βασικότερο συστατικό για την οικονομική ανάπτυξη».

Υπενθυμίζοντας πως χώρες όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία που υλοποίησαν προγράμματα οικονομικής προσαρμογής παρουσιάζουν ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, ο κ. Γεωργιάδης επεσήμανε πως «στην Κύπρο έχουμε διανύσει τεράστια απόσταση προς αυτή την κατεύθυνση, έχουμε χειροπιαστά αποτελέσματα, καταγράφεται πλέον θετικός ρυθμός ανάπτυξης και πρέπει να συνεπώς με σοβαρότητα να συνεχίσουμε».

Ευαγόρου: Άμεση αντιμετώπιση των «κόκκινων δανείων»

Στη δική του ομιλία, ο επικεφαλής του γραφείου οικονομικών μελετών της ΚΕ του ΑΚΕΛ Σταύρος Ευαγόρου αναφέρθηκε στις επιπτώσεις των αποφάσεων του Eurogroup το Μάρτιο του 2013 και της μετέπειτα πολιτικής τα αποτελέσματα των οποίων θα αλλάξουν “μόνο μέσα από μια στοχευμένη και συγκροτημένη αναπτυξιακή πολιτική», όπως είπε.

Μεταξύ άλλων, ο κ. Ευαγόρου αναφέρθηκε στα ψηλότερα επιτόκια στην ευρωζώνη, την παραχώρηση δανείων με το σταγονόμετρο με αποτέλεσμα να συντηρείται η ύφεση, τη φορολογία 30% επί των τόκων των καταθέσεων, στους 70.000 ανέργους και τα χιλιάδες παιδιά σε σχολικά συσσίτια, για να προσθέσει πως «δυστυχώς αυτή τη ζοφερή εικόνα δεν μπορούν να την αλλάξουν ούτε οι αναβαθμίσεις των γνωστών οίκων, ούτε η είσοδος στις αγορές».

«Αυτή η εικόνα μπορεί να αλλάξει μόνο μέσα από μια στοχευμένη και συγκροτημένη αναπτυξιακή πολιτική, η οποία πρέπει να συνοδεύεται από μια ανθρωποκεντρική κοινωνική πολιτική, που θα στηρίζει τους αδύνατους», είπε, για να προσθέσει ότι η πολιτική σκληρής λιτότητας με περικοπές σε μισθούς συντάξεις, κοινωνικές παροχές με περικοπές στην ανάπτυξη την υγεία και την παιδεία, σε ένα κράτος με υψηλή ανεργία, έναν τεράστιο ιδιωτικό και δημόσιο χρέος είναι όχι μόνο αδιέξοξη, αλλά και καταστροφική».

Για τον τραπεζικό τομέα, ο κ. Ευαγόρου πρότεινε μεταξύ άλλων την αντιμετώπιση των «κόκκινων δανείων», την προώθηση κατά «μαζικό τρόπο» αναδιαρθρώσεων δανείων, μείωση επιτοκίων, καθώς και μια ελεγχόμενη πιστωτική χαλάρωση.

Ζήτησε επίσης πιο αποδοτικό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, μείωση του ΦΠΑ, αλλαγή του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, αλλά και φορολογικά κίνητρα για ενθάρρυνση της ανάπτυξης και των επενδύσεων. Για παράδειγμα, πρότεινε φορολογική απαλλαγή με μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ για αναπτύξεις σε τομείς όπως έρευνα και καινοτομία, καθώς και την προώθηση φορολογικών κινήτρων και ελαφρύνσεων για να επανέλθει ο τομέας των κατασκευών σε πορεία ανάπτυξης.

Τέλος, για τους κερδοφόρους ημικρατικούς οργανισμούς ζήτησε όπως αυτοί υποβληθούν σε αυτονόμηση και εκσυγχρονισμό αντί «να τους ξεπουλήσουμε», ενώ ζήτησε τη δημιουργία Υφυπουργείου Ανάπτυξης.

Πηγή: KYΠΕ