Για χρόνια πίστευα ότι η διακόσμηση είναι ζήτημα εντυπωσιασμού. Ξόδευα ώρες σε περιοδικά και sites διακόσμησης κοιτάζοντας σπίτια που ήταν όμορφα, αλλά πολύ …τακτοποιημένα. Η πραγματικότητα με προσγείωσε απότομα όταν μετακόμισα στο δικό μου διαμέρισμα. Για πρώτη φορά θα έφτιαχνα έναν δικό μου χώρο για να ζω και να μπορώ να είμαι άνετα κι όχι ένα σκηνικό για φωτογράφιση περιοδικού. Όταν μπήκα στο site της IKEA και στη συνέχεια στο κατάστημα, δεν έψαχνα κάτι συγκεκριμένο αλλά έναν σύμμαχο στην καθημερινότητά μου. Ήθελα κάτι που να είναι λειτουργικό όταν είμαι μόνος, αλλά και όταν γίνονται κάποιες μαζώξεις με φίλους, αυθόρμητες ή μη. Χωρίς να το καταλάβω, η επιλογή ενός καναπέ, μιας πολυθρόνας και μερικών απλών υφασμάτων έγινε η δική μου προσωπική ιστορία ενηλικίωσης μέσα στον χώρο.
Η πρώτη μεγάλη απόφαση, ίσως και η μεγαλύτερη, ήταν ο καναπές. Ήξερα ότι έπρεπε η επιλογή να είναι η σωστή γιατί αυτός θα ήταν ο καναπές μου τουλάχιστον για τα επόμενα 10 χρόνια. Ήθελα κάτι που να μην με περιορίζει, να χωράει άνετα και να αναδεικνύει το σαλόνι μου και βεβαίως να με βολεύει. Κατέληξα σε έναν πολυμορφικό καναπέ (έναν από εκείνους που τους αγοράζεις σε κομμάτια) και ήταν η καλύτερη απόφαση που πήρα.

Τον πρώτο καιρό, τα κομμάτια ήταν ενωμένα σε έναν κλασικό γωνιακό καναπέ, τέλειο για να απλώνομαι τα κυριακάτικα μεσημέρια. Όταν αργότερα χρειάστηκε να αναδιοργανώσω το δωμάτιο για να χωρέσει ένα γραφείο εργασίας, απλώς χώρισα τις μονάδες. Ο καναπές προσαρμόστηκε σε μένα, όχι εγώ σε αυτόν. Το γεγονός ότι έχει αφαιρούμενα καλύμματα που μπαίνουν στο πλυντήριο με έσωσε από το μόνιμο άγχος του «μην χυθεί ο καφές».

Αν ο καναπές είναι ο κοινωνικός πυρήνας του σπιτιού, η πολυθρόνα έγινε το δικό μου ησυχαστήριο. Διάλεξα μια κλασική ψηλή πολυθρόνα με αυτιά (τη γνωστή STRANDMON) και την τοποθέτησα δίπλα στο παράθυρο. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα χρειαζόμουν κάτι άλλο για τον χώρο μου, αλλά τελικά αποδείχθηκε το πιο αγαπημένο μου σημείο.
Είναι το μέρος όπου πίνω τον πρώτο πρωινό καφέ για να ξεκινήσει καλά η μέρα μου και όπου περνώ αρκετές ώρες το βράδυ ή τα σαββατοκύριακα με ένα βιβλίο και ακούγοντας μουσική. Ο τρόπος που σε αγκαλιάζει είναι σχεδόν θεραπευτικός. Δεν είναι απλώς ένα κάθισμα· είναι η γεωγραφική θέση της προσωπικής μου γαλήνης.
Μετά από την επιλογή των καθισμάτων σειρά πήρε η βιβλιοθήκη. Ήθελα ένα έπιπλο που να φιλοξενήσει τα βιβλία μου, τις φωτογραφίες μου, τα μικρά μου ενθύμια αλλά και να μπορεί να κρύψει όσα δεν ήθελα να φαίνονται συνεχώς. Το μυστικό που ανακάλυψα στην πορεία είναι ότι μια βιβλιοθήκη δεν πρέπει να είναι ασφυκτικά γεμάτη. Άφησα κενά και πρόσθεσα μερικά φυτά εσωτερικού χώρου
Το τραπέζι του σαλονιού ήταν η τελική μεγάλη απόφασή μου γιατί ήθελα να συνεισφέρει θετικά στο τελικό αποτέλεσμα και να λειτουργεί ως τραπεζάκι μέσης για τον καφέ, αλλά και να μεταμορφώνεται όταν έρχονται φίλοι για επιτραπέζια.

Αν όμως υπάρχει κάτι που άλλαξε ριζικά την αίσθηση του σαλονιού μου είναι η σωστή επιλογή διακοσμητικών και λευκών ειδών όπως τα μαξιλάρια και τα ριχτάρια. Στην αρχή έβλεπα τα ριχτάρια καθαρά χρηστικά – για να προστατεύουν το ύφασμα του καναπέ. Με τον καιρό, κατάλαβα ότι είναι ο πιο εύκολος τρόπος να ανανεώνω το σαλόνι μου ανάλογα με την εποχή.
Το καλοκαίρι απλώνω ένα ανοιχτόχρωμο, βαμβακερό ριχτάρι, που μπορώ να πλένω συχνά και τον χειμώνα, το αντικαθιστώ με πιο σκούρα χρώματα για να ταιριάζει καλύτερα στο mood. Ρίχνοντας ένα ριχτάρι ανέμελα στην πλάτη του καναπέ ή συνδυάζοντας διαφορετικές υφές, το σαλόνι δείχνει αμέσως πιο «ζεστό», πιο γεμάτο ζωή.
Μετά κατάλαβα ότι η διακόσμηση του καναπέ και της πολυθρόνας με μικρά και μεγάλα μαξιλάρια είναι μια εύκολη και διασκεδαστική διαδικασία. Λίγα βάζα και κεριά στις σωστές θέσεις αρκούσαν για να τελειοποιήσουν το αποτέλεσμα.
Κοιτάζοντας το σαλόνι μου σήμερα, συνειδητοποιώ ότι η θαλπωρή αποκτάται μέρα με τη μέρα και μπορεί να έχει διαφορετική έκφραση κατά καιρούς. Με τη βοήθεια της IKEA μπόρεσα να δημιουργήσω ένα «καταφύγιο» που να μπορεί να αντέχει και να με εκφράζει και που θα μπορώ να ανανεώνω όσο συχνά θα το έχω «ανάγκη». Μέσα από τις λύσεις της, έμαθα ότι το ιδανικό καθιστικό δεν είναι αυτό που φοβάσαι να αγγίξεις, αλλά αυτό που σε προσκαλεί να βγάλεις τα παπούτσια σου, να βυθιστείς στο κάθισμα και να νιώσεις, επιτέλους, ότι επέστρεψες εκεί που ανήκεις.




