Αντιδράσεις προκάλεσε η απόφαση του Πανεπιστημίου Κύπρου να μην επιτρέψει την εισδοχή στην ιατρική σχολή, σε υποψηφίους με σοβαρό βαθμό αναπηρίας. Παράλληλα, ερωτήματα εγείρονται και για άλλα κριτήρια, τα οποία, είναι απροσδιόριστα, αφήνοντας στην κρίση του Συμβουλίου της Ιατρικής Σχολής την εισδοχή ή όχι σε υποψηφίους. Άμεση η απάντηση του Πανεπιστημίου, που τονίζει ότι ακολουθήθηκαν οι πρακτικές άλλων πανεπιστημίων παγκοσμίως.
«Εκτός» υποψήφιοι με αναπηρίες
Με βάση τα κριτήρια, «αποκλείονται από τη διαδικασία εισδοχής, ακόμη κι αν έχουν επιτύχει στις Παγκύπριες ή Πανελλήνιες εξετάσεις, υποψήφιοι με σοβαρή αναπηρία, οι οποίοι δύνανται να φέρουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του ασθενή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναμένεται να εκτελεί ένας γιατρός».
Όπως επισημαίνεται, τέτοιες αναπηρίες είναι οι εξής:
-Σοβαρό πρόβλημα όρασης ή ακοής, το οποίο εμποδίζει το φοιτητή να διεξαγάγει κλινική εξέταση αποτελεσματικά και βασικές κλινικές επεμβάσεις με ασφάλεια.
-Κινητικά προβλήματα με ποσοστό αναπηρίας 60 – 70% και άνω, τα οποία περιορίζουν την αυτόνομη κίνηση του φοιτητή και θα εμποδίζουν το φοιτητή να διεξαγάγει κλινική εξέταση αποτελεσματικά και βασικές κλινικές επεμβάσεις με ασφάλεια (πχ τετραπληγικούς, παραπληγικούς, άτομα με μυϊκή δυστροφία).
- Σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία μπορούν να φέρουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του ιδίου του φοιτητή, των ασθενών και του διδακτικού και άλλου προσωπικού.
Τα πιο πάνω κριτήρια, έχουν προκαλέσει αναστάτωση τόσο στις τάξεις των αναπήρων όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Σε ανακοινώσεις τους, κόμματα κάνουν λόγο για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στέρηση σε άτομα με αναπηρία, του δικαιώματος στη μόρφωση.
Βουλευτές μέλη της Eπιτροπής Παιδείας της Βουλής, επισημαίνουν ότι τα δημόσια πανεπιστήμια πρέπει να παρέχουν ίσες ευκαιρίες σε όλους. Καλούν, παράλληλα, το Πανεπιστήμιο να αναθεωρήσει τα κριτήρια, ενώ δεν αποκλείουν συζήτηση του θέματος στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας.
Ερωτήματα και για άλλα κριτήρια
Την ίδια ώρα, ερωτήματα εγείρονται και για άλλο ένα κριτήριο, το οποίο χαρακτηρίζεται ως εντελώς υποκειμενικό.
Συγκριμένα, όπως επισημαίνεται, «σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η προσωπικότητα του φοιτητή δεν συνάδει με το επάγγελμα του γιατρού, ο φοιτητής θα υποχρεούται να παρακαθίσει σε περαιτέρω γραπτές ή προφορικές εξετάσεις που θα αποφασίζονται από τη σχολή για αντικειμενική αξιολόγηση της προσωπικότητάς του». Το ιατροσυμβούλιο του Πανεπιστημίου θα αποφασίσει για την καταλληλότητα ή ακαταλληλότητας του υποψηφίου και αναλόγως θα γίνει αποδεκτός ή όχι.
Παράλληλα, βουλευτές ερωτώνται και για την απόφαση του Πανεπιστημίου να αφαιρέσει (από το 2016) από τα μαθήματα για εισδοχή στην ιατρική σχολή, τα μαθηματικά.
Πανεπιστήμιο: «Τα κριτήρια συνάδουν με διεθνείς πρακτικές»
Ο σάλος που προκλήθηκε για το θέμα, θορύβησε το Πανεπιστήμιο κύπρου, το οποίο σε ανακοίνωση του τονίζει ότι ότι τα κριτήρια τα οποία έχει υιοθετήσει, συνάδουν απόλυτα με τη διεθνή πρακτική που ισχύει σε ιατρικές σχολές στην Ευρώπη, στις Η.Π.Α., στην Αυστραλία και τον Καναδά.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά υποψήφιους με σοβαρή αναπηρία, ο Κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής Καθηγητής Ανδρέας Αδάμ δήλωσε ότι «κάθε περίπτωση θα εξετάζεται σε ατομική βάση, με γνώμονα τις ιδιάζουσες περιστάσεις που τη διέπουν. Εάν κάποιος υποψήφιος παρουσιάζει σοβαρό ιατρικό πρόβλημα, το οποίο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τον ασθενή, η περίπτωσή του θα παραπέμπεται σε Ιατροσυμβούλιο. Το εν λόγω Σώμα θα εξετάζει αρμοδίως και ενδελεχώς την περίπτωση, αφού λάβει υπόψη τους περιορισμούς που, εκ των πραγμάτων, δημιουργεί η συγκεκριμένη αναπηρία και θα αποφαίνεται, μεταξύ άλλων, ως προς το κατά πόσο εν λόγω υποψήφιος, θα είναι σε θέση να ολοκληρώσει επιτυχώς τις σπουδές του».
Ο Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή Βασίλης Ζέρρης ανέφερε ότι τα χαρακτηριστικά των ατόμων με ειδικές ανάγκες όπως η υπομονή, το θάρρος και η τιτάνια ψυχική δύναμη που έχουν είναι ακριβώς οι αξίες αυτές που πρεσβεύει η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το Ιατροσυμβούλιο, το οποίο αποτελείται από ειδικούς εμπειρογνώμονες εκτός Πανεπιστημίου θα καλείται να εξετάσει εάν η αναπηρία ενός υποψηφίου εμπίπτει στις κατηγορίες αυτές οι οποίες, σε λειτουργικό επίπεδο, δεν θα του επέτρεπαν να ολοκληρώσει τη φοίτησή του σε μία Ιατρική Σχολή. «Αυτή είναι η διεθνής πρακτική η οποία εφαρμόζεται με γνώμονα πάντα την ασφάλεια του ασθενούς», πρόσθεσε.
Οι εν λόγω κανόνες εισδοχής έχουν υιοθετηθεί από το Συμβούλιο της Ιατρικής Σχολής, σε συνεργασία με τους Εξωτερικούς της Συμβούλους, λαμβάνοντας υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, τη διεθνή πρακτική που ισχύει στις Ιατρικές Σχολές, καθώς επίσης και την ηθική υποχρέωση για την προστασία του δικαιώματος της ασφάλειας του ασθενούς. Στο πλαίσιο αυτό το Πανεπιστήμιο Κύπρου έχει λάβει σοβαρά υπόψη και έχει υιοθετήσει τις απόψεις της Διεθνούς Συμβουλευτικής Επιτροπής για ίδρυση και λειτουργία της Ιατρικής Σχολής, η οποία αποτελείται από διακεκριμένους ακαδημαϊκούς, κλινικούς και μη, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής την Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία, τη Γερμανία, την Πολωνία και την Ελλάδα. Το Συμβούλιο της Ιατρικής Σχολής, ενέκρινε ομόφωνα τους Κανόνες Σπουδών τους οποίους και υπέβαλε για έγκριση αρχικά στην Επιτροπή Προπτυχιακών Σπουδών και στη συνέχεια στη Σύγκλητο. Και τα δύο αυτά Σώματα ενέκριναν ομόφωνα τους Κανόνες Σπουδών, τους οποίους και παρέπεμψαν στην αρμόδια Επιτροπή του Συμβουλίου για έλεγχο τυχόν νομικών προβλημάτων και προς επικύρωση.
Στο μεταξύ, σε δηλώσεις του στο Sigmalive, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, Κωνσταντίνος Χριστοφίδης, υπεραμύνθηκε των αποφάσεων της Ιατρικής Σχολής για τα κριτήρια εισδοχής. Ανέφερε επίσης ότι το Πανεπιστήμιο Κύπρου θα προσκαλέσει τις επηρεαζόμενες ομάδες που εξέφρασαν προβληματισμούς για να τις ενημερώσει, σχετικά με τις διαδικασίες πρόσβασης στην Ιατρική Σχολή.




