Η Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θεωρεί ότι τα πρόσφατα γεγονότα, που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σε σχέση με τις συνθήκες θανάτου της μητέρας από τη Ρουμανία, αλλά και τις μετέπειτα ενέργειες των αρμόδιων αρχών σε σχέση με την πατρότητα του παιδιού της θανούσας, προκαλούν αναμφισβήτητα έντονο προβληματισμό.

Σε ανακοίνωσή της, η Επίτροπος Διοικήσεως αναφέρει πως το δικαίωμα του παιδιού να γνωρίζει τους γονείς του είναι κατοχυρωμένο από διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες η Κύπρος έχει υπογράψει και καλείται να εφαρμόζει, προσθέτοντας πως σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις των αρχών που έχουν αναλάβει την επιμέλεια και φροντίδα του παιδιού θα πρέπει να έχουν ως μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του παιδιού.

«Αναντίλεκτα», σημειώνει η Επίτροπος Διοικήσεως, «το συμφέρον του συγκεκριμένου παιδιού εξυπηρετείται πρώτιστα μέσω της αναγνώρισης της πατρότητας μετά και τον τραγικό θάνατο της μητέρας του, η οποία είχε την αποκλειστική ευθύνη της φροντίδας του. Δεν παραγνωρίζω ότι το ζήτημα της αναγνώρισης της πατρότητας μέσω γενετικού υλικού απαιτεί λεπτούς και ευαίσθητους χειρισμούς, που συνεπάγονται εγγενείς κινδύνους για τα ανθρώπινα δικαιώματα».

Ωστόσο, αναφέρει ότι θεωρεί πως η συγκεκριμένη περίπτωση και οι δεδομένες περιστάσεις δικαιολογούν την ανάληψη πρωτοβουλίας για να εξαντληθούν όλα τα μέσα για τη διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, νοουμένου ότι θα τηρηθούν όλες οι ουσιαστικές και τυπικές εγγυήσεις σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της αξιοπρέπειας των εμπλεκομένων. 

Επίσης, αναφέρει ότι δυστυχώς η καθυστέρηση που έχει επιδειχθεί  για να κινηθούν οι διαδικασίες που προβλέπονται εκ του Νόμου για την δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του παιδιού δεν μπορεί παρά να γεννά εύλογες αμφιβολίες και ερωτηματικά ως προς την εξασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού.

Εκφράζει την πεποίθηση ότι σε κάθε περίπτωση, τόσο οι συνθήκες διαβίωσης και θανάτου της μητέρας, όσο και ο περαιτέρω χειρισμός του θέματος της πατρότητας του παιδιού, δεν είναι καθόλου ασύνδετα με το ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικών συνθηκών και έμφυλων ανισοτήτων και ιδιαίτερα με τη θέση των μεταναστριών- γυναικών στην κυπριακή κοινωνία.

Καταλήγοντας προσθέτει πως οι συνθήκες αυτές παράγουν δυστυχώς τέτοια περιστατικά κοινωνικής περιθωριοποίησης και εν τέλει θυματοποίησης ανήλικων παιδιών.